Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η συλλογική μας υστερία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​ξίζει να διαβάσετε το βιβλίο του Marc Ferro, «Τα ταμπού της Ιστορίας». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Αγλαΐας Γαλανοπούλου και με πρόλογο της Σώτης Τριανταφύλλου. Ο συγγραφέας του δεν χρειάζεται συστάσεις. Ιστορικός, υπήρξε διευθυντής σπουδών στην Ecole des hautes études en sciences sociales στο Παρίσι και συνδιευθυντής του περιοδικού Annales, το οποίο δημιούργησε σχολή στην ιστοριογραφία. Εκτός αυτών, ο Ferro ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία των ιστορικών που ξέρουν να αφηγούνται. Η Μεσόγειος του Braudel, χωρίς το συγγραφικό ταλέντο του, για παράδειγμα θα ήταν ένα σημαντικό ερευνητικό κείμενο. Ενώ τώρα είναι, εκτός των άλλων, και απολαυστικό ανάγνωσμα. Το ίδιο ισχύει και για τον Ferro. Στα ελληνικά έχουν εκδοθεί επίσης «Η τύφλωση» και «Οι εφτά ηγέτες του πολέμου» – από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Οφείλω να πω ότι με τράβηξε πριν απ’ όλα ο τίτλος του. «Ταμπού». Τι χρήσιμη λέξη! Και πόσο χρήσιμο εργαλείο για να καταλάβεις τον τρόπο με τον οποίον «εμείς εδώ» αντιμετωπίζουμε την Ιστορία μας. Ξεκινώ από τον ορισμό: «Ταμπού είναι εκείνο για το οποίο σιωπούμε, είτε από φόβο είτε από αιδώ. Διαφοροποιείται, βεβαίως, από το απαγορευμένο, που αφορά περισσότερο ό,τι δεν είναι επιτρεπτό, και διακρίνεται από την αυτολογοκρισία, ή τη λογοκρισία, την οποία συχνά επικαλούμαστε για να δικαιολογήσουμε όλες τις αποσιωπήσεις της Ιστορίας». Το Ταμπού είναι ρητό, ενδεχομένως και ορατό, απλώς χαίρει της ιερότητας του «Μη μου άπτου».

Το βιβλίο δεν παρουσιάζει μια συστηματική αφήγηση των ιστορικών ταμπού. Περιπλανάται στο τοπίο της Ιστορίας και σταματάει το βλέμμα του όπου βρίσκει κάτι ενδιαφέρον. Από την Ιωάννα της Λωραίνης και τον ψυχισμό της έως τους Εβραίους της Αλσατίας που το 1940 μεταφέρθηκαν στη Νότιο Γαλλία και μετά αρνούνταν ότι είχαν αντιμετωπίσει τον αντισημιτισμό στην Αλσατία. Για να μην υποστούν και πάλι τα ίδια. Πόσοι αστοί, μεγαλοαστοί και Εβραίοι στελέχωναν την ηγεσία των μπολσεβίκων; Είναι όμως κι αυτό ένα ταμπού για το κομμουνιστικό κίνημα, όπως και η μεγαλοαστική καταγωγή του Λεόν Μπλουμ. Οι πιο ακραίοι στα σοβιέτ ήταν οι Λετονοί όμως οι Ρώσοι τους αποσιώπησαν για να ενισχύσουν το δικό τους εθνικιστικό αίσθημα, όπως και οι ίδιοι οι Λετονοί το αρνούνται από αντισοβιετισμό και αντιρωσισμό.

Το εκτενέστερο κεφάλαιο στο έργο αφορά στη δολοφονία του τσάρου Νικολάου. Ο συγγραφέας, παραθέτοντας τεκμήρια, υιοθετεί τη θέση ότι μαζί του δεν δολοφονήθηκε η οικογένειά του. Οι Κόκκινοι δεν θέλησαν να δολοφονήσουν τη Γερμανίδα σύζυγό του Αλίκη, γιατί φοβήθηκαν μήπως καταρρεύσει η συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ. Ομως τη βοήθησαν να διαφύγει κρυφά μαζί με τα παιδιά τους για να μην κατηγορηθούν για συνεργασία με τους Γερμανούς. Και άφησαν να αιωρείται η υποψία ότι δολοφονήθηκε όλη η οικογένεια με απόφαση του τοπικού σοβιέτ. Οι Λευκοί επίσης δεν θέλουν να κατηγορηθούν για συνεργασία με τους Γερμανούς και συγχρόνως χρειάζονται έναν διάδοχο μετά τη δολοφονία του Τσάρου, τον Κύριλλο. Και έτσι και αυτοί αποδέχονται τη δολοφονία όλης της οικογένειας. «Φέρθηκαν όλοι σαν άγρια ζώα», φέρεται ειπούσα η βασίλισσα Μαρία της Ρουμανίας το 1919 όταν την παρακάλεσαν να μην αναφέρει το πέρασμα των αρχιδουκών και αρχιδουκισσών που δεν εκτελέσθηκαν από τη χώρα της. Υπήρχαν και τα κληρονομικά, εννοείται. Στο «Κατίν» ο Βάιντα σπάει το ταμπού της εκτέλεσης όλης της αφρόκρεμας του πολωνικού στρατού από τους ναζί, αποδεικνύοντας πως τους εκτέλεσε ο Κόκκινος Στρατός.

Δεν είμαι ιστορικός, όμως δεν χρειάζεται να είσαι ιστορικός, για να συμπεράνεις ότι η ιστορική μνήμη του ανιστόρητου λαού μας είναι μια υπέροχη πινακοθήκη από ταμπού. Αυτό σκέφτηκα όταν είδα τις αντιδράσεις στο άρθρο που δημοσίευσε σ’ αυτήν την εφημερίδα ο Στάθης Καλύβας την περασμένη Κυριακή, με τίτλο «Μια παράξενη κληρονομιά». Ηταν τόσο έντονες, που αναγκάστηκα να το ξαναδιαβάσω. Μήπως δεν κατάλαβα κάτι; Το συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημά μας έχει δύο όψεις.

Η πρώτη όψη λέγεται «κατανόηση κειμένου», όπου αν δεν κάνω λάθος οι Ελληνες μαθητές στις διεθνείς αξιολογήσεις καταλαμβάνουν τις τελευταίες τιμητικές θέσεις. Λογικόν. Πρωτεύουν στην «έκθεση ιδεών», στο υποκατάστατο της κατανόησης κειμένου. Τι χρειάζονται τα κείμενα όταν έχεις ιδέες; Η δεύτερη όψη είναι ακριβώς το ταμπού της Ιστορίας με τον ίδιο τρόπο που το περιγράφει ο Ferro. Το κείμενο του Καλύβα αναφέρεται στη χούντα, στο κατ’ εξοχήν ιερό ταμπού της Μεταπολίτευσης.

Αλήθεια, η δικτατορία δημιούργησε μια νέα οικονομική τάξη; Και πώς λειτούργησε αυτή η τάξη στη Μεταπολίτευση; Μήπως ήταν αυτή που στήριξε την «Αλλαγή» μετά το διάλειμμα Καραμανλή; Δεν είναι αλήθεια ότι οι πολιτικές ελίτ στη δεκαετία του ’60 δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν συναινετικά; Δεν είναι αλήθεια ότι η δικτατορία συνέβαλε στον εκδημοκρατισμό της μετεμφυλιακής Δεξιάς; Ερήμην της έσπρωξε τη νεολαία στα δυτικά πρότυπα. Βλέπαμε τους συνταγματάρχες και, εννοείται, θέλαμε να μοιάσουμε στον Μικ Τζάγκερ. Το ελαφρολαϊκό ύφος αναπτύχθηκε μετά τη δικτατορία. Μην ξεχνάμε ότι στην προβολή του Woodstock στο «Παλλάς» έγιναν επεισόδια με την αστυνομία. Δεν είναι αλήθεια ότι η πλειονότητα ανέχθηκε, αν δεν αποδέχθηκε τη χούντα;

Ελάτε τώρα. Ταμπού η χούντα, ταμπού το Πολυτεχνείο, ταμπού η πτώση της. Ταμπού και τα μνημόνια.

Με τόσα ταμπού μαζεμένα δικαιολογείται η συλλογική μας υστερία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ