ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ακυροι οι έλεγχοι για φορολογικές υποθέσεις πέραν της πενταετίας

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας με την απόφασή της επανέλαβε τη θέση περί πενταετούς παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων που είχαν λάβει, κατά καιρούς, τα tμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλα διοικητικά δικαστήρια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εκατοντάδες χιλιάδες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις κλείνουν μετά τη δημοσίευση της ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ότι η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων είναι πενταετής και οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής είναι αντισυνταγματικές.

Ετσι, όλοι οι φορολογικοί έλεγχοι που έγιναν πλέον της πενταετίας ουσιαστικά ακυρώνονται, ενώ την ίδια στιγμή τα έσοδα που προσδοκούσε η κυβέρνηση από τους ελέγχους αυτούς αποτελούν προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα. Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας με την απόφασή της επανέλαβε τη θέση περί πενταετούς παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων που είχαν λάβει, κατά καιρούς, τα τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλα διοικητικά δικαστήρια. Ετσι, με την υπ’ αριθμόν 1738 του 2017 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ με πρόεδρο τον πρόεδρο του Δικαστηρίου Νικόλαο Σακελλαρίου και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Κωνσταντίνο Νικολάου, αποφασίστηκε ότι η παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων είναι πενταετής και οι συνεχείς παρατάσεις της παραγραφής είναι αντισυνταγματικές.

Η απόφαση

Ειδικότερα, στην απόφαση μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) «η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια ενόψει μάλιστα του ότι πλέον διευκολύνεται η διαδικασία ελέγχου τόσο λόγω των σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων ελέγχου όσο και λόγω του γεγονότος ότι πολλά δεδομένα που αφορούν την πάσης φύσεως οικονομική δραστηριότητα των φορολογουμένων (π.χ. εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, τόκους καταθέσεων, κ.λπ.) εισάγονται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος, χωρίς να χρειάζονται καμία ενέργεια εκ μέρους των φορολογουμένων, έτσι δεν δικαιολογείται ο καθορισμός μακρού χρόνου παραγραφής πέραν των χρονικών ορίων που όριζαν οι προϊσχύουσες διατάξεις, σε χρόνο κατά τον οποίο η φορολογική διοίκηση δεν διέθετε τα εργαλεία αυτά».

Αλλωστε, συνεχίζει το ΣτΕ, «η ταχύτητα των εξελίξεων σε όλους τους τομείς, μεταξύ των οποίων και ο οικονομικός και ο επιχειρηματικός, επιβάλλει προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος την ταχύτητα κατά το δυνατόν εκκαθάρισης των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, προκειμένου να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, να γνωρίζουν τις οφειλές τους επικαίρως και κατά τακτά και σχετικώς μικρά χρονικά διαστήματα διότι η συσσώρευση των οφειλών πολλών ετών, λόγω της παρόδου μακρού χρόνου διενέργειας ελέγχου για περισσότερα έτη και εκδόσεως των σχετικών καταλογιστικών πράξεων και η αξίωση συγχρόνου καταβολής αυτών, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα».

Παραβίαση

Η Ολομέλεια υπογραμμίζει στην επίμαχη απόφασή της ότι «οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων αντίκεινται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος (που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου), γιατί παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσίευσης των σχετικών νόμων ετών».

Με άλλα λόγια, οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής παραβιάζουν τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, του κράτους δικαίου και της αρχής της ασφάλειας δικαίου, όπως και το άρθρο 78 του Συντάγματος περί φορολογίας.

Σε άλλο σημείο της αποφάσεως αναφέρεται ότι παρατείνεται διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου λίγο πριν από τη λήξη είτε της αρχικής παραγραφής είτε της προηγούμενης παρατάσεως αυτής, ώστε η θεσπιζόμενη με το άρθρο 84 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ως κανόνας πενταετής παραγραφή να φαίνεται ότι δεν έχει πλέον σε καμία περίπτωση εφαρμογή για τις φορολογικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν κατά τις χρήσεις στις οποίες αφορούν.

Παράλληλα, οι σύμβουλοι Επικρατείας επισημαίνουν ότι για την επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων απαιτείται να εφαρμόζεται προθεσμία παραγραφής, η οποία πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον φορολογούμενο. Η παραγραφή αυτή πρέπει, επίσης, να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, ενώ η μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το επόμενο της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως έτος.

Ακόμη, αναφέρουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, των οποίων η έναρξη του χρόνου παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου.

Η περίπτωση

Τους συμβούλους Επικρατείας απασχόλησε η περίπτωση εταιρείας εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, στην οποία, έπειτα από έλεγχο στα εισοδήματά της του έτους 2002, ο προϊστάμενος του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΔΕΚ) Αθηνών επέβαλε εις βάρος της κύριο φόρο 3.986.826 ευρώ και πρόσθετο φόρο 11.102.850 ευρώ, λόγω ανακριβούς δήλωσης.

Από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακυρώθηκε το από 13.12.2010 φύλλο ελέγχου φόρου για το εισόδημα του 2002 και το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Το Β΄ Τμήμα του ΣτΕ παρέπεμψε την υπόθεση προς οριστική κρίση στην Ολομέλεια του ΣτΕ για να κριθεί η συνταγματικότητα των νόμων 3513/2005, 3697/2008, 3790/2009 και 3842/2010 ως προς το σκέλος εκείνο που παρέτειναν συνεχώς τον χρόνο παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ