Το έχετε δει να συμβαίνει. Άνθρωποι που δεν γνωρίζονται από κοντά, αλλά «ακολουθούν» ο ένας τον άλλο στα κοινωνικά δίκτυα, συναντιούνται και χαιρετιούνται με τόση οικειότητα που νομίζεις ότι γνωρίζονται χρόνια. Και με έναν τρόπο πράγματι γνωρίζονται. Το να παρακολουθείς πιστά τις αναρτήσεις κάποιου στο Facebook ή στο Instagram, ειδικά αυτών που είναι δραστήριοι εκεί, είναι σαν να τους ξέρεις. Ακόμη και με τους κανονικούς μας φίλους πλέον από εκεί κυρίως κρατάμε επαφή. Τα ποστ τους μας ενημερώνουν για το πού πήγαν, τι φόρεσαν, πώς πέρασαν, αν έχουν κέφια, αν χάλασε το αμάξι ή αν αρρώστησε η γάτα. Από αυτά τα προφίλ, που συχνά μοιάζουν με αποτέλεσμα ενός personal branding που η μανία των σόσιαλ μίντια μας έχει συνηθίσει να κάνουμε για τους εαυτούς μας, νιώθουμε ότι τους γνωρίζουμε καλά.  

Εδώ μπαίνει η Λουίζ Ντελάζ. Η 25χρονη φρέσκια και φωτογενής Παριζιάνα με τη λαμπερή ζωή, τους όμορφους φίλους και τις καταπληκτικές φωτογραφίες έκανε την εμφάνισή της στο Instagram πέρυσι το καλοκαίρι και κέρδισε πολλές χιλιάδες ακολούθους εν ριπή οφθαλμού. Με τρία posts την ημέρα, που έπαιρναν κατά μέσο όρο 1.000 likes έκαστο, ήταν το κορίτσι που τα κορίτσια ήθελαν να είναι και τα αγόρια ήθελαν να έχουν. Όμορφη, μυστηριώδης, εξωστρεφής, σχεδόν τέλεια. 

Μόνο που αν κάποιος παρακολουθούσε με προσοχή τα posts με τα πάρτι, τις πισίνες, τις βόλτες με τα γιοτ, τα όμορφα ρούχα, τα φρέσκα πρόσωπα, θα παρατηρούσε ότι κάτι πάει πολύ στραβά: στο 99% των φωτογραφιών υπήρχε στο χέρι της Λουίζ ή κάπου δίπλα της ένα ποτήρι ή ένα μπουκάλι αλκοόλ. Αυτό στο οποίο τελικά κάναμε like ήταν ο εθισμός της. Η Λουίζ ήταν αλκοολική. Και κάτι ακόμα: δεν ήταν αληθινή. 

Η Ντελάζ ήταν το δημιούργημα της γαλλικής διαφημιστικής εταιρείας BETC για την ευρηματική καμπάνια ενημέρωσης της Addict Aide. «Μας ενημέρωσαν για τη δυσκολία ανίχνευσης του εθισμού ακόμη και σε οικείους μας», λέει ο Στεφάν Ξιμπεράς, πρόεδρος της BETC, η οποία κέρδισε την περασμένη εβδομάδα 17 (!) βραβεία Young Lions στις Κάννες για την καμπάνια «Like my addiction». «Θεωρήσαμε ότι ένας ενδιαφέρων τρόπος να το επικοινωνήσουμε είναι να δημιουργήσουμε μια περσόνα που θα συναντούσαμε καθημερινά, αλλά δεν θα υποψιαζόμασταν ποτέ ότι είναι εξαρτημένη. Έτσι στήσαμε τον ψεύτικο λογαριασμό στο instagram».

Στη σύντομη καριέρα της εκεί, η (ομάδα πίσω από τη) Λουίζ μιμήθηκε τις συνήθειες των fashion bloggers και των άλλων influencers, πόσταρε περίπου 150 φωτογραφίες σε ώρες αιχμής, συνοδευόμενες από τα κατάλληλα hashtag, κινητοποίησε bot και πήρε εκατοντάδες χιλιάδες likes, ενώ ακόμα και σήμερα συνεχίζει να διατηρεί 110 χιλιάδες ακολούθους, παρότι δεν ποστάρει εδώ και 9 μήνες. 

Και ενώ ο εθισμός και η μάχη εναντίον του είναι σίγουρα πιο σημαντικό θέμα, η Λουίζ Ντελάζ ανέδειξε κι άλλα ζητήματα περί σόσιαλ μίντια. Πώς κατάφερε η BETC να μετατρέψει μια ψεύτικη περσόνα σε «influencer» τόσο γρήγορα; Αυτή η περίφημη επιδραστικότητα που οι εταιρείες χρυσοπληρώνουν είναι τελικά μια πλάνη; Μήπως δεν γνωρίζουμε κανέναν πραγματικά μέσω των κοινωνικών δικτύων; Και τελικά, πώς αναγνωρίζουμε ότι κάτι πάει στραβά σε ένα προφίλ; Ο Στεφάν Ξιμπεράς έχει απάντηση σε αυτό: «Φαίνεται πως στην εποχή μας, όσο περισσότερο σκηνοθετεί κάποιος την ιδανική ζωή στα σόσιαλ μίντια τόσο πιθανότερο είναι να κρύβει μια όχι και τόσο ιδανική πραγματικότητα...». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ