Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Το αυτονόητο δεν... είναι μαξιμαλιστικό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ξεκίνησε άλλη μια προσπάθεια για λύση του Κυπριακού, σε μια πιο δύσκολη συγκυρία από την προηγούμενη, καθώς οι σχέσεις του Tαγίπ Ερντογάν με τον υπόλοιπο κόσμο καθίστανται όλο και πιο συγκρουσιακές, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο. Οι διεθνείς μοχλοί πίεσης είναι αποδυναμωμένοι. Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρ. Ενωση έχει ατονήσει, καθώς ηγέτες και λαοί της Ευρώπης διαμηνύουν με όλο και πιο ηχηρό τρόπο την ενόχληση και συχνά την οργή τους για τη συμπεριφορά της Αγκυρας.

Από την υπερδύναμη εκφράζονται ελπίδες, ακούγονται παροτρύνσεις, αλλά δεν υπάρχει συνολική προσέγγιση, καθώς δεν υφίσταται στρατηγικός σχεδιασμός για την περιοχή. Οι παρεμβάσεις κινούνται σε ένα γενικόλογο επίπεδο, χωρίς σε βάθος εμπλοκή, όπως είχε συμβεί το 2004 με τον διεισδυτικό ρόλο που διαδραμάτιζε τότε ο συντονιστής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τομ Γουέστον.

Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να γνωρίζουν οι μεσολαβητές ότι συμφωνία χωρίς πειστική και ξεκάθαρη λύση στο θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας δεν μπορεί να υπάρξει. Και αυτή δεν μπορεί παρά να προβλέπει την κατάργηση επεμβατικών δικαιωμάτων και απόσυρση των στρατιωτικών δυνάμεων τρίτων χωρών.

Δεν είναι δυνατόν η αρχή αυτή, αυτονόητη στα μάτια κάθε καλόπιστου και αντικειμενικού παρατηρητή, να εκλαμβάνεται ως η «μαξιμαλιστική» θέση της μιας πλευράς. Το να αποδεχθεί η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, να παραμείνει όμηρος μιας ξένης δύναμης, είναι απλά απαράδεκτο.

Οπως εύστοχα επισήμανε ο κ. Αναστασιάδης στην εισήγησή του, «τα κακά της Κύπρου οφείλονται ακριβώς στη Συνθήκη Εγγυήσεων». Και, φυσικά, η όποια λύση δεν μπορεί παρά να συνάδει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, γι’ αυτό και έχει μεγάλη σημασία ο ρόλος της Ενωσης. Αλλά ακόμη και αν ο Ταγίπ Ερντογάν υιοθετούσε πιο λογική στάση, και συναινούσε σε μια ευρωπαϊκού τύπου λύση που θα οδηγούσε σε ένα φυσιολογικό, ανεξάρτητο, δημοκρατικό κράτος-μέλος της Ε.Ε., αναρωτιέται κανείς αν οι Βρυξέλλες πραγματικά επιθυμούν μια ενιαία Κύπρο, όπου –άμεσα ή έμμεσα– η Αγκυρα θα έχει τη δυνατότητα παρέμβασης στην εσωτερική λειτουργία της Ε.Ε.

Αλλά επανέρχομαι στις εν εξελίξει συνομιλίες. Οι Ελληνοκύπριοι, τουλάχιστον η μεγάλη πλειονότητα αυτών, είναι ρεαλιστές. Αναγνωρίζουν ότι μετά 43 χρόνια είναι αναγκασμένοι να προβούν σε συμβιβασμούς, τόσο σε ό,τι αφορά τις εδαφικές αναπροσαρμογές όσο και τις περιουσίες. Είναι σε αυτά τα «καυτά» ζητήματα, όπου ο μεσολαβητής του ΟΗΕ καλείται να γεφυρώσει διαφορές και να επεξεργασθεί λειτουργικές φόρμουλες.
Επίσης, η θωράκιση της λειτουργίας της δικαιοσύνης από εθνοτικής φύσεως μεροληψίες, ή η σύσταση μιας αξιόπιστης αστυνομίας που θα εμπιστεύονται όλοι οι Κύπριοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, όπως και άλλες ανάλογες δράσεις, είναι μείζονος σημασίας ζητήματα τα οποία πρέπει να συζητηθούν με καλή θέληση και πολιτική βούληση. Και σε μερικές περιπτώσεις, η πλειοψηφία θα κληθεί να επιδείξει την αναγκαία μεγαθυμία έναντι της μειοψηφίας. Ολα αυτά είναι κατανοητά.

Αυτό που δεν είναι κατανοητό, και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, είναι η παραμονή ξένων δυνάμεων στο έδαφος της Κύπρου, και ουσιαστικά το δικαίωμα αποστολής και άλλων κάποια στιγμή στο μέλλον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ