ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η πορεία μιας εποχής και ενός καλλιτέχνη

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

«Nico hora ruit» του 1939, είναι ένα από τα 110 έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση της Ανδρου. Το αφιέρωμα στον Νίκο Εγγονόπουλο είναι σπονδυλωτό και χωρίζεται σε πολλές ενότητες, έτσι ώστε να φωτιστεί με πληρέστερο τρόπο το έργο του. Οι πίνακές του είναι γεμάτοι από συμβολισμούς, αγίους, θεούς, ημίθεους, ήρωες, μνημεία, σαν παλίμψηστα γνώσης, μονοπάτια μέσα από τα οποία ξαναδιαβάζει κάποιος τη μυθολογία, ανακαλύπτει προσωπικότητες της φιλοσοφίας και του απελευθερωτικού αγώνα, ανατρέχει στο μανιφέστο του σουρεαλισμού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Να, ένα ωραίο μάθημα Ιστορίας, σκέφτηκα μέσα μου. Η έκθεση με 110 έργα του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) που μόλις εγκαινιάστηκε στην Ανδρο, πλαισιωμένη με μερικά από τα εμβληματικά του ποιήματα, μυεί τον επισκέπτη σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια: αυτή των καλλιτεχνών που είχαν εξαιρετική παιδεία, πατριωτική συνείδηση, περιέργεια. Ο ποιητής, ζωγράφος, σκηνογράφος και καθηγητής στο Πολυτεχνείο ήταν μέλος αυτής της καθοριστικής γενιάς του ’30 που κατάφερε να κουβαλήσει την Ελλάδα στην πλάτη της, μερικά βήματα παρακάτω. Και οι πίνακές του είναι γεμάτοι από συμβολισμούς, αγίους, θεούς, ημίθεους, ήρωες, μνημεία, σαν παλίμψηστα γνώσης, μονοπάτια μέσα από τα οποία ξαναδιαβάζει κάποιος τη μυθολογία, ανακαλύπτει προσωπικότητες της φιλοσοφίας και του απελευθερωτικού αγώνα, ανατρέχει στο μανιφέστο του σουρεαλισμού.

Το αριστοτεχνικά στημένο αφιέρωμα του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ιδρύματος Γουλανδρή χωρίζεται σε πολλές σπονδυλωτές ενότητες, φιλοδοξώντας να καλύψει ολόκληρη την πορεία του καλλιτέχνη που διήρκεσε αρκετές δεκαετίες. Το ζευγάρωμα που έχει γίνει στην Ανδρο ανάμεσα στην τέχνη του χρωστήρα και την ποίησή του επίσης λειτουργεί διαφωτιστικά ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει πώς εργαζόταν παράλληλα στα πεδία των στίχων και των χρωμάτων. Κάτι ακόμη: η υποδοχή από τους κριτικούς και από το κοινό των πρώτων έργων και ποιημάτων του στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ήταν το λιγότερο αποκαρδιωτική, καθώς σχεδόν τον κατηγόρησαν ως παράφρονα. Ομως εκείνος, αν και τραυματίστηκε βαθιά, συνέχισε ακάθεκτος.

Ο Εγγονόπουλος είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και μάλιστα σε μια αυτοπροσωπογραφία του βάζει δίπλα στο όνομά του το επίθετο Φαναριώτης. Η δίοδος μέσα από την οποία ανακάλυψε την τέχνη του Βυζαντίου ήταν η μαθητεία του στη Σχολή Καλών Τεχνών, πλάι στον Κόντογλου και τον Παρθένη.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ενότητες στην έκθεση είναι τα βυζαντινότροπα έργα του με τη χρήση της αυγοτέμπερας, αλλά και την τοποθέτηση των σκούρων τόνων πριν από τους ανοικτούς, μέθοδο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί για να δείχνουν πως το φως βγαίνει από μέσα και όχι από κάποια εξωτερική πηγή. Ακόμη και όταν απομακρύνθηκε από τη γοητεία της ιστορικής αυτής περιόδου, ακολούθησε την ίδια τεχνική για να φτιάχνει τα έργα του.

Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και οι υπόλοιπες ενότητες, ιδιαιτέρως αυτές που αφορούν τη γυναίκα ως μούσα αλλά και τα ζευγάρια. Ο Εγγονόπουλος, που ζωγράφιζε μορφές δίχως χαρακτηριστικά προσώπου, τοποθετεί όλη την αφήγηση στην κίνηση και τη στάση των σωμάτων. Ο ερωτισμός, η εγγύτητα, η οικειότητα αποτυπώνονται εκεί. Οι θηλές των θηλυκών σωμάτων έχουν πάντα ένα είδος αυθάδειας, οι πλάτες των ανδρών είναι μεγάλες, οι μέσες τους λυγερές, οι κοιλιές στρογγυλές και οι πατούσες ρωμαλέες. Το σώμα παίζει κεντρικό ρόλο στη ζωγραφική του, είναι όπως οι λέξεις στην ποίησή του. Καθώς οι πρωταγωνιστές του δεν έχουν μάτια, αυτιά, φρύδια και στόματα, ξεχωρίζουν από τα αντικείμενα, τα ρούχα τους, το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται: λάμπες, καπέλα, λουλούδια, επιγραφές, βιβλία. Αν παρατηρήσει προσεκτικά κανείς το δεύτερο πλάνο στα έργα, θα ανακαλύψει σχεδόν πάντα καταπληκτικά σύννεφα (φιγουράρουν και στο εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης), θαλασσινά τοπία, κτίρια, γεφυράκια και ακέραιους αρχαίους ναούς.

Μεγάλο ρόλο στη θεματολογία του έχουν και οι ήρωες. Από τα δεκάδες έργα του, πρόσωπα αναγνωρίσιμα έχουν μονάχα οι άγιοι και κάποιοι ήρωες εναντίον των Τούρκων, όπως ο Μερκούριος Μπούας από το Δεσποτάτο του Μυστρά και ο Σκεντέρμπεης, ο εθνικός ήρωας των Αλβανών. Ωραίος ήταν ο τρόπος με τον οποίον ζωγράφιζε τα κτίρια, άλλη μια ξεχωριστή ενότητα με ουσία. Η συνεργασία του με τον Δημήτρη Πικιώνη τον είχε επηρεάσει πολύ στο να μπορεί να κάνει ένα είδος «ψυχογραφίας» στα αρχιτεκτονήματα, έτσι ώστε να αποπνέει το καθένα τη δική του προσωπικότητα. Η έκθεση δίνει χώρο και στη σκηνογραφική του παρουσία. Για πρώτη φορά παρουσιάζονται στην Ανδρο προσχέδια κοστουμιών από τις ιστορικές παραστάσεις «Ιων» και «Προμηθέας Δεσμώτης», που είχε ανεβάσει στο Ηρώδειο ο Λίνος Καρζής το 1959. Οι θεατές θα δουν και δύο κοστούμια από το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. «Πιστεύω πως στο θέατρο τα σκηνικά πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα ενός ζωγραφικού συμπληρώματος του έργου», έλεγε συχνά ο Εγγονόπουλος.

Η Μαρία Κουτσομάλλη, που έχει επιμεληθεί το αφιέρωμα, πετυχαίνει να παρουσιάσει στον θεατή ένα συνεκτικό αφήγημα, ενώ το στήσιμο της έκθεσης, καθώς και ο κατάλογος που φρόντισαν ο Ανδρέας Γεωργιάδης και η Βιβή Γερολυμάτου της Μικρής Ανδρου δίνουν υπόσταση σε όλες τις πτυχές του καλλιτέχνη. Σημαντική είναι και η επιστημονική τεκμηρίωση  της ιστορικού τέχνης Κατερίνας Περπινιώτη. Το αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί την 1η Οκτωβρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ