ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανοίγουν τα σεντούκια και επενδύουν σε ομόλογα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Νέο» χρήμα επαναφέρουν στο τραπεζικό σύστημα οι ομολογιακές εκδόσεις εταιρειών, καθώς ένα μεγάλο μέρος των εκδόσεων αυτών καλύφθηκε με χρήματα που βγήκαν από σεντούκια, θυρίδες και στρώματα.

Το τελευταίο διάστημα «Μυτιληναίος», «Μότορ Οϊλ», ΟΠΑΠ κ.ά. έχουν αντλήσει μέσω της διάθεσης ομολόγων, περίπου 1 δισ. ευρώ, εκδόσεις που ολοκληρώθηκαν με μεγάλη επιτυχία, αποτυπώνοντας τη βελτίωση των συνθηκών και των προοπτικών της χώρας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζών, από το τελευταίο μεγάλο «κύμα» εκροών καταθέσεων το 2015 (μέχρι την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών τον Ιούνιο 2015, οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων είχαν μειωθεί σχεδόν κατά 40 δισ. ευρώ) περίπου 10 με 15 δισ. ευρώ παραμένουν σε ρευστή μορφή –θυρίδες και στρώματα– ενώ επιπλέον 7 δισ. ευρώ βρίσκονται σε αμοιβαία κεφάλαια εξωτερικού, κυρίως διαχειρίσεως διαθεσίμων. Οπως σημειώνουν από τα μέσα Απριλίου, όταν φάνηκε η πρόθεση της κυβέρνηση να συμβιβαστεί και να ολοκληρώσει την αξιολόγηση, η ανησυχία εκτονώθηκε και η εμπιστοσύνη ενισχύθηκε. Οι ομολογιακές εκδόσεις εκτιμήθηκαν από πολλούς ως μια καλή εναλλακτική ευκαιρία για να αξιοποιήσουν τη ρευστότητά τους χωρίς να την επιστρέψουν στο τραπεζικό σύστημα, μέσω καταθέσεων, υπό τον φόβο των capital controls και της ανησυχίας για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων. Τα εταιρικά ομόλογα προσφέρουν μια καλή απόδοση, άνω του 3%, όταν τα επιτόκια καταθέσεων βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ είναι ανεξάρτητα από τους τραπεζικούς κινδύνους. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν ενέχουν κινδύνους: η πορεία και η αποπληρωμή των ομολόγων εξαρτάται από την κατάσταση και την πορεία των εταιρειών που τα έχουν εκδώσει.

Οι τράπεζες είδαν με μισό μάτι την επιλογή των επιχειρήσεων, και ειδικότερα των μεγάλου μεγέθους, να προχωρήσουν στην άντληση κεφαλαίων μέσω της αγοράς ομολόγων. Πρώτα πρώτα, τα ομόλογα απορροφούν ρευστότητα σε μια περίοδο που οι τράπεζες θέλουν να ενισχύσουν την καταθετική τους βάση προκειμένου να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τη χρηματοδότηση του ευρωσυστήματος και ειδικά του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας ELA. Επιπλέον, οι τράπεζες χάνουν καλούς πελάτες, αξιόχρεες εταιρείες που εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους, φέρνοντας πολύτιμα έσοδα στα πιστωτικά ιδρύματα. Οι τράπεζες ανησυχούν ότι ολοένα και περισσότερες εταιρείες μπορεί να επιλέξουν την αγορά ομολόγων, κάτι που θα οδηγήσει σε μείωση των επιτοκιακών περιθωρίων, απώλεια εσόδων και απώλεια πελατών. Ηδη, υπάρχει μεγάλη γκρίνια και πιέσεις από άλλες μεγάλες επιχειρήσεις που ζητούν ανατιμολόγηση, επισημαίνοντας τα επιτόκια που διαμορφώθηκαν στις πρόσφατες ομολογιακές εκδόσεις. Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν ότι το συγκεκριμένο προϊόν είναι σχεδιασμένο για ειδικού τύπου επιχειρήσεις, μικρού μεγέθους, που αναζητούν συμπληρωματικά κεφάλαια, κι όχι μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις που μπορούν και θα έπρεπε να αντλούν χρηματοδότηση από άλλα κανάλια.

Από την πλευρά τους οι επιχειρήσεις σημειώνουν ότι πετυχαίνουν την αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεών τους με πολύ χαμηλότερο κόστος. Επιτόκια λίγο πάνω από το 3% που εξασφάλισαν οι ομολογιακές εκδόσεις των «Μυτιληναίος» (3,10%), «Μότορ Οϊλ» (3,25%) και ΟΠΑΠ (3,5%), οι ελληνικές τράπεζες με τις σημερινές συνθήκες είναι αδύνατο να προσφέρουν. Επιπλέον, δεδομένων των εύθραυστων συνθηκών στο τραπεζικό σύστημα, οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν τη μακροπρόθεσμη τραπεζική χρηματοδότησή τους.

Ο πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Μυτιληναίου κ. Ευάγγελος Μυτιληναίος, με αφορμή την έκδοση ομολόγου σημείωσε ότι ο τραπεζικός δανεισμός και το σύνολο των υπηρεσιών που παρέχει ο τραπεζικός τομέας είναι σε φάση μεταλλαγής. «Η παροχή συμβουλών, η υποστήριξη των βραχυπρόθεσμων αναγκών ρευστότητας και η εφαρμογή εξειδικευμένων χρηματοοικονομικών εργαλείων ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε πελάτη είναι το ζητούμενο πλέον από τις τράπεζες. Η μακροπρόθεσμη επενδυτική χρηματοδότηση θα πρέπει πλέον να αναζητείται στις κεφαλαιαγορές».

Εκ του αποτελέσματος, πάντως, φαίνεται ότι οι ομολογιακές εκδόσεις ενίσχυσαν τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος, ενώ γενικότερα συμβάλλουν σημαντικά στην εμπέδωση του θετικού κλίματος και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης. Οι επιχειρήσεις με τη ρευστότητα που άντλησαν, αποπλήρωσαν μέρος των τραπεζικών τους υποχρεώσεων, που οδηγεί σε αύξηση της ρευστότητας των τραπεζών και η οποία μπορεί να διοχετευθεί σε νέες δανειοδοτήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ