ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Μαθαίνοντας από την Αθήνα μια νέα πίστη

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο Νίχιλ Τσόπρα δημιούργησε την εγκατάστασή του στην οδό Αρχιμήδους 15 στο Μοσχάτο, αφού προηγουμένως είχε ταξιδέψει τέσσερις φορές στην Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον περασμένο Απρίλιο ο Ινδός εικαστικός και περφόμερ Νίχιλ Τσόπρα, δημιουργώντας την εγκατάστασή του στην οδό Αρχιμήδους 15 στο Μοσχάτο, είχε ήδη μια συγκροτημένη άποψη για την Αθήνα. Χάρη στην documenta 14, είχε ταξιδέψει τέσσερις φορές εδώ, είχε ζήσει τις φωτεινές και σκοτεινές πλευρές της πόλης, είχε γευτεί εξαιρετικό φαγητό («amazing food»), είχε κάνει πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με οδηγούς ταξί αλλά και με εργαζομένους στην documenta. Είχε ήδη αποκομίσει μια «εξαιρετικά πλούσια εμπειρία». «Τι μάθατε λοιπόν από την Αθήνα», ρωτάμε, εναρμονισμένοι στο πνεύμα του «Learning from Athens», τίτλο εργασίας της φετινής documenta του Κάσελ, που, για πρώτη φορά στην ιστορία της, η διεθνώς αναγνωρισμένη και εμβληματική αυτή εικαστική διοργάνωση διέσχισε τα γερμανικά σύνορα για να φιλοξενηθεί ισότιμα και σε μια άλλη πόλη. Η πολυσυζητημένη documenta 14, που ολοκληρώνεται την ερχόμενη Κυριακή 16 Ιουλίου στην Αθήνα (στο Κάσελ στις 17 Σεπτεμβρίου), αφήνει το «ερώτημα» ανοικτό σε ερμηνείες. Αυτός είναι, εξάλλου, και ο στόχος της.

«Δεν υπάρχουν οι λέξεις για να μιλήσω για την ιστορία αυτού του τόπου», λέει ο Νίχιλ Τσόπρα. «Η βιβλιογραφία είναι αμέτρητη τόσο για τον ελληνικό πολιτισμό όσο και για το πόσα έχουμε μάθει από την Ελλάδα. Προσωπικά, από την εποχή που ήμουν νέος φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και αντέγραφα αρχαία ελληνικά γλυπτά, “μάθαινα από την Αθήνα”. Ισως ακόμη και να “μαθαίνουμε από την Αθήνα” από τη στιγμή που γεννηθήκαμε, γιατί η Ιστορία βρίσκει τον τρόπο να εισχωρεί στη συνείδησή μας. Είμαστε, νομίζω, όλοι πληροφορημένοι από τη Δύση για την ιστορία της Ελλάδας. Η ιστορία κείται και εδώ ακόμη που καθόμαστε, σε αυτό το παγκάκι… Νομίζω ότι το “μαθαίνοντας από την Αθήνα” δεν έχει σταματήσει και δεν θα σταματήσει ποτέ γιατί είναι ιστορία, μια κατάσταση και μια κατάκτηση. Στα αβέβαια επόμενα βήματά μας, ξαναχτίζει την ελπίδα. Είναι, θα έλεγα, μια νέα πίστη. Και εξαιτίας της κρίσης είναι πολύ χειροπιαστή».

Συναντηθήκαμε με τον 43χρονο, γεννημένο στην Καλκούτα, δημιουργό, με σπουδές στην Ινδία και στην Αμερική, εγκαταστάσεις, δράσεις και διακρίσεις σε όλον τον κόσμο, το τριήμερο που δούλευε σε έναν χώρο - αποθήκη στο Μοσχάτο τον «Σχεδιασμό γραμμής στο τοπίο» («Drawing a line through landscape»). Καθίσαμε για λίγη ώρα σε έναν μικρό πάγκο στην αυλή. Ηταν γεμάτος, στα χέρια και στο πρόσωπο, πηλό. Σχεδίαζε με τα χέρια «χωμάτινα» κύματα στους τοίχους, άφηνε σε σημεία ανεπαίσθητα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας: ένα ελάχιστο κεφάλι από πηλό, ένα χέρι, ένα αποτύπωμα. Στον εσωτερικό χώρο, μια μπλε βαλίτσα, ένα στρώμα, στρωμένο, στο έδαφος. Εκεί κοιμόταν όσο χρειάστηκε για να ολοκληρώσει την εγκατάσταση - περφόρμανς. Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα, μέχρι να φτάσει στον Κάσελ, όπου στις 6 Ιουνίου παρουσίασε στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της γερμανικής πόλης μια βίντεο - εγκατάσταση, με καταγεγραμμένη τη δουλειά του στην Αθήνα. Πώς προέκυψε η ιδέα του «Σχεδιασμού γραμμής στο τοπίο»; «Οταν μου πρότειναν από την documenta 14 να δημιουργήσω κάτι στην Αθήνα και στο Κάσελ, αναρωτήθηκα αμέσως τι θα γίνει στο “ενδιάμεσο”», λέει. «Η επιθυμία να συνδέσω τις δυο πόλεις μετατράπηκε γρήγορα σε επιθυμία να κινηθώ και ανάμεσα στις δυο πόλεις, να διασχίσω σύνορα και χώρες. Για να ξεκινήσω αυτό το ταξίδι, έπρεπε να κάνω κάτι ουσιαστικό στην Αθήνα. Η θάλασσα ήταν για μένα μια ενδιαφέρουσα αφετηρία. Οι ελληνικές θάλασσες είναι ένα “πέρασμα” στη διάρκεια των αιώνων. Μέχρι και σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ρισκάρουν τη ζωή τους για να περάσουν το πέλαγος, με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν το ταξίδι τους για τη γη της επαγγελίας, τη Γερμανία. Οι βαλκανικοί ήχοι που ακούω στην Ελλάδα έχουν πολύ στενούς δεσμούς με τους ήχους στην Ινδία, υπάρχει μια κοινή υφή. Οπως όταν ο άνεμος φαίνεται να φυσά περισσότερο από την Ανατολή και όχι από τη Δύση. Στην Αθήνα αναζητούσα ένα χώρο αυθεντικό όχι επιτηδευμένο. Ενα χώρο όπου η ιστορία θα παραμόνευε, θα μου “ψιθύριζε”. Σκεφτόμουν ποιο θα μπορούσε να είναι το καλύτερο υλικό που θα μου επέτρεπε να δημιουργήσω μια εικόνα, ένα σχέδιο. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον να αναμείξω νερό και γη. Την επιθυμία για γη, που είναι και η αρχή της ζωής».

Η καλλιτεχνική δουλειά του Νίχιλ Τσόπρα «επινοεί ένα στιγμιότυπο που βρίσκεται ανάμεσα στην ακινησία και στην κίνηση, ανάμεσα στο μοναχικό και στο κοινοτικό», όπως σημειώνεται στο Ημερολόγιο (εν είδη Καταλόγου) της documenta 14. Ενα στιγμιότυπο «που δοκιμάζει αφηγήματα μέσα από διαφορετικές μορφές, μάσκες, σκηνικά βοηθήματα, φόντα και θεατρικά σκηνικά». Εχοντας παρακολουθήσει τη δουλειά του (ήταν στο Διεθνές Φεστιβάλ του Μάντσεστερ πριν από τέσσερα χρόνια, με μια εγκατάσταση συνδεδεμένη με τη βιομηχανική ιστορία της πόλης), αναρωτήθηκα ποια είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην περφόρμανς και στη θεατρική πράξη. Ο Τσόπρα «ντύνεται» τα υλικά που χρησιμοποιεί για να σχεδιάσει, γίνεται μέρος του τόπου και του τοπίου που επινοεί. «Υποθέτω ότι μοιάζει με τη διαφορά ανάμεσα στους χαρακτήρες και στα προσωπεία. Η υποκριτική στο θέατρο απαιτεί να γίνεις ο χαρακτήρας που υποδύεσαι. Ισως η περφόρμανς να ασχολείται με περσόνες που είναι προέκταση του εαυτού σου. Ετσι δεν είμαι κάποιος άλλος, είμαι εγώ. Οι κανόνες της περφόρμανς θέτουν το πλαίσιο που σε καθιστά εικόνα κι αυτό θυμίζει στους ανθρώπους το θέατρο. Αλλά δεν παίζω έναν ρόλο. Οι στιγμές που προτιμώ είναι της μεταμόρφωσης. Oταν καλύπτω, για παράδειγμα, τα χέρια και το πρόσωπό μου με κιμωλία και γίνομαι μέρος του τοπίου. Oταν μεταμορφώνομαι σε κάτι χειροπιαστό».

​​Η εγκατάσταση του Νίχιλ Τσόπρα στο Μοσχάτο (Αρχιμήδους 15) διαρκεί έως την ερχόμενη Κυριακή 16 Ιουλίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ