ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η δουλειά στα ορυχεία είναι πολύ σκληρή. Μέσα στις στοές που φθάνουν και τα 500 μέτρα βάθος, εξαερισμός δεν υπάρχει και οι σμυριδεργάτες εισπνέουν την “αγκούσα”, τη μυρωδιά του δυναμίτη που αφήνουν τα φουρνέλα. Οι περισσότεροι υποφέρουν από πνευμονοκονιάσεις, ενώ εάν τη γλιτώσουν... έχουν αρθριτικά και ρευματικά από την υγρασία και τις λάσπες μέσα στο ορυχείο».

Ο Μανώλης Μανωλάς είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει όσο λίγοι τα ορυχεία της σμύριδας στην ορεινή Νάξο. Ο ίδιος μεγάλωσε σε οικογένεια σμυριδεργατών και οι κουβέντες στο σπίτι περιστρέφονταν πάντα γύρω από το σμυρίγλι - έτσι το αποκαλούν οι ντόπιοι. Γνωρίζει την ιστορία του, τους ανθρώπους του, ακόμη και τους νόμους του κράτους που για το συγκεκριμένο ορυκτό ξεπερνούν, λέει, τους 250.

Συναντηθήκαμε στην Κόρωνο, το πανέμορφο χωριό με τα 22.476 σκαλοπάτια που δεκαετίες τώρα αποτελεί το βασικό σμυριδοχώρι της περιοχής και από εκεί πήραμε τον δρόμο για τα ορυχεία. «Στα χωριά της σμύριδας υπάρχει το προνόμιο της εργασίας για τους ντόπιους, δηλαδή στα ορυχεία μπορούν να εργαστούν μόνον εκείνοι που ζουν ή κατάγονται από εδώ», λέει στην «Κ». «Η σμύριδα είναι κρατικό μονοπώλιο. Αυτό σημαίνει ότι οι εργάτες είναι υποχρεωμένοι να παραδίδουν κάθε χρόνο τις ποσότητες που συγκεντρώνουν στο κράτος και αυτό να τις πουλάει, αφού διαθέτει το αποκλειστικό προνόμιο εμπορίας της».

Περίπου 300 άνθρωποι εργάζονται κάθε χρόνο στην εξόρυξη της σμύριδας, όταν πριν από το ‘40 ξεπερνούσαν τις 3.000. Πολλοί από αυτούς επιστρέφουν στον τόπο τους, τους 3 ή 4 μήνες που είναι ανοιχτά τα ορυχεία, με μοναδικό κέρδος, όπως λένε, την ασφάλισή τους στο ΙΚΑ. Ο πρόεδρος της κοινότητας της Κορώνου, Νίκος Χουζούρης, που και ο ίδιος εργάζεται επί 32 χρόνια στη σμύριδα, λέει στην «Κ» πως κανείς δεν μπορεί πλέον να ζήσει μόνο από τη δουλειά αυτή. «Τον υπόλοιπο χρόνο, οι περισσότεροι εργαζόμαστε κάπου αλλού για να κερδίσουμε το εισόδημά μας. Αλλος είναι οικοδόμος, άλλος αγρότης, άλλος κτηνοτρόφος, άλλος έχει κάποιο μαγαζάκι. Η δουλειά αυτή δεν έχει πια προοπτική, δεν λες «να δουλέψω να κάνω κάτι». Οι περισσότεροι βάζουν και από την τσέπη τους. Παλιά το κράτος έδινε εργαλεία και δυναμίτες, αλλά σήμερα οι εργάτες τα πληρώνουν όλα αυτά».

«Από 8 χρόνων»

Εξι είναι όλα κι όλα τα χωριά της σμύριδας στην ορεινή Νάξο από τα οποία κάποτε ζούσαν ολόκληρες οικογένειες. Η Κόρωνος, το Σκαδό, η Μέση, η Κεραμωτή, η Απείρανθος και ο Δανακός. Γύρω τους, σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων, απλώνονται τα ορυχεία, περίπου 250 στον αριθμό. Σε ένα από αυτά εργάζεται ο Γιάννης Κουφόπουλος, που σήμερα είναι 51 ετών και σε έναν χρόνο «βγαίνει» στη σύνταξη. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στις οικοδομές, αλλά το καλοκαίρι κατεβαίνει στη Νάξο, περιμένοντας να ανοίξουν τα ορυχεία. «Εμαθα να δουλεύω στο σμυρίγλι από 8 χρόνων, πλάι στον πατέρα μου. Πολλές φορές δεν πήγαινα στο σχολείο για να πάω στα ορυχεία - ήμασταν φτωχή οικογένεια και έπρεπε να βγει το μεροκάματο. Σήμερα είναι κρίμα που η δουλειά έχει απαξιωθεί. Εχουμε δώσει τη ζωή μας γενιές και γενιές μέσα στα ορυχεία, δεν θέλουμε να τα δούμε να καταρρέουν. Θέλουμε να συνεχίσουν να υπάρχουν για να δίνουν ζωή και στα χωριά μας».

Περίπου 8.000 τόνοι σμύριδας παραδίδονται κάθε χρόνο στο κράτος, το οποίο αναλαμβάνει να την πουλήσει ακατέργαστη, εξασφαλίζοντας τα ένσημα των εργατών. Ο Απόστολος Κουφόπουλος, 31 ετών, που εργάζεται ως ηλεκτρολόγος στη Χώρα της Νάξου, ανηφορίζει στα ορεινά, συνήθως το φθινόπωρο, όταν ξεκινάει η δουλειά. «Το κάνω για την ασφάλισή μου, αλλά και γιατί την αγαπώ αυτή τη δουλειά. Την έμαθα κοντά στον παππού και στον πατέρα μου. Αλλά παλαιότερα ήταν καλύτερα τα πράγματα. Κάποτε οι εργάτες έβγαζαν κάποιο εισόδημα και με αυτό, μας έλεγαν, πήγαιναν και πλήρωναν τα χρέη που τον υπόλοιπο χρόνο έγραφαν στα τεφτέρια. Οι παππούδες μας έχουν «χύσει αίμα» για να ανοίξουν αυτές τις τρύπες. Το κράτος πρέπει να βοηθήσει να αναπτυχθεί η δουλειά μας, να μας στηρίξει», λέει εμφατικά.

Η αγωνία

Κάθε χρόνο η αγωνία είναι η ίδια. Να προλάβουν να παραδώσουν την ποσότητα που έχει συμφωνηθεί, πριν έρθει ο χειμώνας. «Αυτό που ζητούμε είναι τα ορυχεία να ανοίγουν από τον Μάιο ώστε να μην υπάρχει άγχος για την ποσότητα που θα εξορύξουμε και να εξασφαλίζονται έτσι όλα τα ένσημα των εργατών», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του Σωματείου Σμυριδεργατών Λυώνα, Μιχάλης Πάσουλας. «Δύο καντάρια, δηλαδή 112 κιλά σμύριδας, είναι ένα ένσημο, επομένως με περίπου 500 καντάρια ένας εργάτης είναι εξασφαλισμένος», καταλήγει.

Το εργοστάσιο, ο εναέριος και το μουσείο

Η σμύριδα είναι ένα υλικό που χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες λειαντικών μέσων και σε αντιολισθητικές εφαρμογές. Από τα μέσα του ’90, βρίσκεται σε εμπορική παρακμή και όπως λένε οι εργαζόμενοι, σε αυτό συνετέλεσε η αδιαφορία του ελληνικού Δημοσίου να προωθήσει το ορυκτό στις διεθνείς αγορές. Το αίτημα σήμερα είναι η βιομηχανική αξιοποίησή του, με την κατασκευή εργοστασίου στην περιοχή, ώστε να έχει μόνιμη απασχόληση ο πληθυσμός της ορεινής Νάξου.

Πάνω από τα ορυχεία, ο εναέριος σιδηρόδρομος που κάποτε μετέφερε τη σμύριδα από την Πηγή μέχρι τον Ορμο της Μουτσούνας, έχει σταματήσει να λειτουργεί από το 1982. Οι κάτοικοι ζητούν την αποκατάστασή του ώστε να αξιοποιηθεί τουριστικά. Οπως και για το Μουσείο της Σμύριδας, έξω από το ορυχείο της Σαραντάρας που στέκει ημιτελές. Εξαιτίας σημαντικών καθυστερήσεων, το έργο βγήκε από το επιδοτούμενο κοινοτικό πρόγραμμα και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Μανώλης Μανωλάς που αγωνίζεται 20 χρόνια γι’ αυτό το μουσείο λέει στην «Κ» πως θα συνεχίσει την προσπάθεια μέχρι να τα καταφέρει. «Εχω επισκεφθεί δεκάδες παρόμοια μουσεία στην Ευρώπη που τα έχουν αναπτύξει και τα επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι. Η λειτουργία του μουσείου θα μπορούσε να συμβάλει στην αναζωογόνηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του τόπου μας, που συνεχώς ερημώνει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ