Ανεβαίνοντας τον επαρχιακό δρόμο από τη Ζαχάρω προς τα ορεινά χωριά της Αρτέμιδας και της Μακίστου, το πρώτο που μας έκανε εντύπωση είναι το πόσο κακός είναι. Στενός, με λακκούβες, σε κάποια σημεία χωματόδρομος και σε άλλα εξαιρετικά επικίνδυνος, αν συναντήσεις αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα. Συναντήσαμε ελάχιστα, παρότι βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, και τα χωριά με τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους τώρα γεμίζουν από συγγενείς που ζουν Αθήνα, Πύργο ή Πάτρα. Το βλέμμα τραβούν η θέα μέχρι τη θάλασσα, τα λευκά σύννεφα που κινούνται νωχελικά στον καταγάλανο ουρανό, οι πλαγιές όπου ξετρυπώνουν μικρά χωριά. 

Δέκα χρόνια μετά τις πιο καταστροφικές πυρκαγιές που έχει ζήσει η χώρα, αυτές οι πλαγιές, που τότε έστεκαν γυμνές και κατάμαυρες -νεκροταφεία δέντρων, ζώων αλλά και ανθρώπων-, τώρα φέγγουν καταπράσινες κάτω από τον καυτό ήλιο. Αν κάποιος δεν ξέρει τι έγινε εδώ στις 24 Αυγούστου του 2007, η φύση θα μπορούσε να τον ξεγελάσει. Όχι και οι άνθρωποι. Στη στροφή προς Αρτέμιδα, στο σημείο όπου εκείνη την ημέρα γράφτηκε η πιο μαύρη σελίδα του καλοκαιριού, εκεί όπου έχασαν τη ζωή τους 24 άνθρωποι (από τους 45 σε ολόκληρη την Ηλεία), όταν εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες στην προσπάθειά τους να διαφύγουν, 14 εκκλησάκια στέκουν το ένα δίπλα στο άλλο. Το καθένα λέει μια ιστορία. Είναι οι τρεις εποχικοί πυροσβέστες που πάλεψαν μέχρι τέλους με τις φλόγες, είναι ζευγάρια και αδέρφια, κάτοικοι μόνιμοι αλλά και επισκέπτες που είχαν έρθει για διακοπές, είναι ηλικιωμένοι και μικρά παιδιά. Είναι τέλος η Αθανασία Παρασκευοπούλου με τα τέσσερα ανήλικα παιδιά της, με τα οποία την βρήκαν αγκαλιά στην πλαγιά όπου η φωτιά τούς πρόφτασε. 

 


Στο σημείο όπου βρέθηκαν η μητέρα με τα τέσσερα παιδιά, ο σύζυγός της έχει φυτέψει 3 νεαρά δέντρα, που τώρα έχουν ψηλώσει. 

 

Παρότι η φύση σε ξεγελάει με τα νεαρά πεύκα, τα ανέμελα τζιτζίκια και το θρόισμα του ανέμου, έχει κάτι το απόκοσμο το τοπίο. Μια περίεργη φορτισμένη σιωπή, ίσως επειδή ξέρεις πού βρίσκεσαι - και τι έγινε εδώ. Στο σημείο όπου βρέθηκαν η μητέρα με τα παιδιά, ο σύζυγός της έχει φυτέψει 3 νεαρά δέντρα, που τώρα έχουν ψηλώσει. Γύρω τους λουλούδια, ενίοτε και παιχνίδια που εκείνος φέρνει για τα παιδιά του. Λίγο πιο ‘κει η μηχανή ενός άτυχου άνδρα στέκει καμένη και στολισμένη με λουλούδια. Από πάνω ένα μικρό εκκλησάκι που χτίστηκε στη μνήμη της Αθανασίας και των παιδιών της, της Αγγελικής, της Μαρίας, της Αναστασίας και του Κωνσταντίνου, από τον σύζυγό της που έμελλε να γίνει η πιο μαρτυρική φιγούρα της τραγωδίας. Είναι σχεδόν αβάσταχτο να βρίσκεσαι εδώ. Και δε φταίνε η ζέστη ή ο αδυσώπητος ήλιος. Φταίνε οι μνήμες. Όχι μόνο για όσους γνώριζαν τα θύματα ή βίωσαν την καταστροφή, αλλά και για όσους την έζησαν τότε από τις τηλεοράσεις, τα ρεπορτάζ, τις διηγήσεις φίλων και γνωστών. Ο Αύγουστος του 2007 άφησε μια κληρονομιά θλίψης στη χώρα, που παρακολούθησε σε απευθείας μετάδοση το δράμα. Οι ημέρες αυτές καταγράφηκαν στο εθνικό μας DNA. 

Από τότε πέρασαν 10 χρόνια. Τι έγινε στο ενδιάμεσο; Πώς είναι τα πληγέντα χωριά σήμερα; Η φύση αναγεννήθηκε, αλλά εμείς, οι Αρχές, η Πολιτεία, κάναμε το πάθημα μάθημα; Έγιναν τα απαραίτητα έργα; Καταδικάστηκαν οι ένοχοι; Είμαστε προετοιμασμένοι για μια αντίστοιχη απειλή; Με αυτά τα ερωτήματα φτάσαμε στην Ηλεία. Όμως οι απαντήσεις δεν ήταν πάντα ενθαρρυντικές. 

Μια φωτιά αφύσικη

Στο Δημαρχείο της Ζαχάρως, δύο κάδρα σου τραβούν την προσοχή. Το ένα είναι το κορνιζαρισμένο εξώφυλλο ενός τεύχους του Αθηνοράματος για το «Sugartown», το ντοκιμαντέρ του 2006 που καταγράφει το ταξίδι του δημάρχου Ζαχάρως, Πανταζή Χρονόπουλου και μερικών συνοδών στο χωριό Κλιν της Ρωσίας, προκειμένου να φέρουν νύφες για τους εργένηδες της περιοχής. Το δεύτερο είναι η φωτογραφία του Αντιδημάρχου Αντώνη Κρέσπη που, όπως γράφει η επιγραφή, «έπεσε ηρωικά στην πυρκαγιά της 24ης Αυγούστου 2007». Ο αντιδήμαρχος θάφτηκε στο χώμα για να αποφύγει τη φωτιά, οι φλόγες πέρασαν από πάνω, βγήκε ζωντανός, για να αφήσει την τελευταία του πνοή λίγες ημέρες αργότερα. 

Στο δημαρχείο σήμερα το κλίμα είναι χαλαρό, είναι μια συνηθισμένη Πέμπτη του Ιουλίου, κόσμος πάει κι έρχεται, ο αντιδήμαρχος κ. Παναγιώτης Γκόγκας μας υποδέχεται με νερά και πορτοκαλάδες. Συνήθως στους δήμους υπάρχουν παραπάνω από ένας αντιδήμαρχοι. Ο Δήμος Ζαχάρως έχει μια άλλη ιδιαιτερότητα: φαίνεται να έχει και παραπάνω από έναν δημάρχους. Στις εκλογές του 2014, δήμαρχος αναδείχθηκε για τέταρτη συνεχόμενη φορά ο Πανταζής Χρονόπουλος,  ένας εκ των τεσσάρων καταδικασθέντων στη δίκη για τις πυρκαγιές. Μαζί με τον τότε Νομάρχη, Χαράλαμπο Καφύρα, και τον πυροφύλακα Μίνθης καταδικάστηκαν, για αμέλεια λήψης των αναγκαίων μέτρων και έλλειψη της αναγκαίας προσοχής, σε δέκα χρόνια με αναστολή και εξαγοράσιμη την ποινή τους για 5 ευρώ την ημέρα. Η τέταρτη καταδικασθείσα ήταν η ηλικιωμένη γυναίκα στο Παλαιοχώρι, από το σπίτι της οποίας ξεκίνησε η φωτιά. Ο κ. Χρονόπουλος συμμετείχε και εξελέγη στις εκλογές παρότι, λόγω και άλλων πρότερων δικαστικών περιπετειών, έχει τυπικά εκπέσει από το 2010. Έτσι τη θέση του έχει πάρει ο Νίκος Φάμελος. Σύμφωνα όμως με πολλά δημοσιεύματα αλλά και την πραγματικότητα, στη Ζαχάρω συνεχίζει να ασκεί επιρροή στα πολιτικά πράγματα. Ο κόσμος άλλωστε τον εκλέγει κάθε φορά... 

Ο κ. Γκόγκας, που τότε ήταν αστυνομικός, θυμάται την αποφράδα ημέρα. «Στις 2.25 ξεκίνησε η φωτιά, στις 3.45 είχε φτάσει μέχρι και τη Ζαχάρω. Το περιπολικό έτρεχε με όση ταχύτητα είχε και οι φλόγες μάς προσπερνούσαν, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τέτοιο πράγμα. Είχε 8 και 9 μποφόρ. Το ύψος τους ήταν σαν εξαώροφη πολυκατοικία, μια φωτιά αφύσικη για εμάς. Έκαψε τα πάντα και μετά σταμάτησε, γιατί γύρισε ο αέρας και την ξαναπήγε στα καμένα, αλλιώς θα έκαιγε ακόμα. Το κλίμα ήταν πολεμικό, οι πυροσβέστες, ό,τι και να έκαναν, δεν μπορούσαν να την ανακόψουν». Οι περιγραφές όσων θα ακούγαμε και τις επόμενες ημέρες είναι παρόμοιες. Μια κόλαση, μια βιβλική καταστροφή. 

Δεν μάθαμε τίποτα;

Στο καφέ της παραλίας κάτω από τη λίμνη Καϊάφα, ο κ. Σπύρος κουνάει το κεφάλι βλέποντας εκδρομείς να κατασκηνώνουν στην παραλία, ανάμεσα στα νεαρά πεύκα που έχουν αναγεννηθεί. «Εγώ νομίζω ότι σε μια τέτοια περιοχή, που τώρα κινδυνεύει περισσότερο από ποτέ, γιατί αν ξανακαούν αυτά τα δέντρα τελειώσαμε, θα έπρεπε να είναι πιο ελεγχόμενο το ελεύθερο κάμπινγκ. Ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, όπου θέλει, όποτε θέλει. Περιποίηση και πρόληψη δεν υπάρχει, μόνος μου καθαρίζω τα χόρτα εδώ γύρω από το μαγαζί μου. Αφήνουν σκουπίδια, ψήνουν, δημιουργούν όλα αυτά συνθήκες ασφαλείας; Δεν έχουμε την απαραίτητη ευαισθησία για να προστατέψουμε το δάσος αυτό». 

Άραγε δεν μάθαμε τίποτα; Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε αν αντιμετωπίσει η περιοχή κάτι ανάλογο; «Το βουνό έχει αναγεννηθεί με την ίδια χλωρίδα», λέει ο αντιπεριφερειάρχης Ηλείας, κ. Γιώργος Γεωργιόπουλος. «Άρα παραμένει άκρως επικίνδυνη περιοχή, καθώς η χαλέπιος πεύκη είναι από τα πιο εύφλεκτα δάση. Εκτός αυτού το ανάγλυφο είναι δύσβατο, δύσκολα προσεγγίζεται στην κατάσβεση. Πάσχουμε στα εναέρια μέσα, έχουμε μόνο δύο καναντέρ που επιχειρούν και σε άλλες περιοχές, ενώ φέτος μας πήραν και το ελικόπτερο Έρικσον, που ήταν πολύτιμο εργαλείο. Από 10 Ιουλίου λένε θα μας το στείλουν, αλλά ακόμα τίποτα. Εξακολουθούμε να μη χρηματοδοτούμαστε από την πολιτική προστασία, με δικά μας χρήματα παλεύουμε, που δεν έχουμε». 

 


Η παιδική χαρά έξω από τη Σμέρνα γλίτωσε από τη φωτιά τότε, αλλά παραμένει εγκαταλελειμμένη.

 

Καλά η κατάσβεση, στην πρόληψη μήπως θα έπρεπε να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία; «Γίνονται καθαρισμοί πρανών και δρόμων, όμως οι Δήμοι και τα Δασαρχεία, που είναι υπεύθυνα, χρηματοδοτούνται αργά. Τα χρήματα έπρεπε να έχουν δοθεί από το Μάρτιο, αλλά τελικά έρχονται τέλη Ιουνίου. Μέχρι να γίνουν οι διαγωνισμοί και να ανατεθούν τα έργα, έχει χαθεί το μισό καλοκαίρι. Εποχικό προσωπικό δεν μπορούμε να προσλάβουμε. Λίγα πράγματα έχουν αλλάξει, αλλά αυτό που αποτελείωσε την κατάσταση ήταν η κρίση». Βελτίωση υπάρχει σε κάτι; «Η ευαισθησία των πολιτών είναι μεγαλύτερη και ο συντονισμός των υπηρεσιών έχει βελτιωθεί. Ως περιφέρεια καλέσαμε τη Διεύθυνση της Πυροσβεστικής, τα υπουργεία, το αρχηγείο, να καταθέσουν προτάσεις για να εντάξουμε στο ΕΣΠΑ της περιοχής την ανανέωση του στόλου. Ούτε λάστιχα δεν έχουν. Δέκα χρόνια μετά, όμως, δυστυχώς δεν έχει γίνει μια μελέτη τεχνοκρατικού χαρακτήρα, που να μπορεί να ανιχνεύσει τα στοιχεία για το τι δεν πήγε καλά στην πρόληψη, στην διαχείριση, ποιες ήταν οι ανυπέρβλητες δυσκολίες που οδήγησαν στην τραγωδία, ώστε να μάθουμε από αυτήν». 

Να ‘ναι καλά οι ιδιώτες

Στη νεόκτιστη πλατεία της Αρτέμιδας μια μεγάλη επιγραφή γράφει «Remember Cyprus» (Θυμηθείτε την Κύπρο). Το χωριό επλήγη περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο το 2007. Κάηκε ολόκληρο, ενώ είχε και τα περισσότερα θύματα. Τώρα στέκει ξανά στα πόδια του με καινούργια σπίτια, εκκλησία και καφενείο, χάρη στη χρηματοδότηση της Κυπριακής Δημοκρατίας που ανέλαβε εξ ολοκλήρου την ανοικοδόμησή του. Είναι 5.30 το απόγευμα και, εκτός από τρία μικρά κορίτσια που παίζουν με μια μπάλα στην πλατεία, δεν κυκλοφορεί ψυχή. Ο κόσμος κάνει την εμφάνισή του αργότερα, μετά τις 7.00, όταν οι λιγοστοί κάτοικοι και οι επισκέπτες κατεβαίνουν για την καθιερωμένη βόλτα. Οι περισσότεροι πάντως δε θέλουν να θυμούνται εκείνο το καλοκαίρι, ενώ πολλοί παραπονιούνται για το πώς μοιράστηκαν τότε τα χρήματα. «Κάποιοι που δεν κάηκαν καν, φτιάχτηκαν», λένε, «ενώ άλλοι ζούσαν 3,5 χρόνια στα λυόμενα». Όπως και να ‘χει, όλοι έχουν ένα νέο σπίτι τώρα - με τις ελιές τους τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. «Βγάζαμε 10 τόνους λάδι, τώρα βγάζουμε έναν. Κόποι μιας ζωής κάηκαν σε μια στιγμή». 

Παρόμοια κατάσταση και στη Μάκιστο, το χωριό που καταστράφηκε κατά 85% από τη φωτιά. Ο κ. Αριστογείτων κάθεται με τη σύζυγό του, Ντίνα, στη βεράντα του σπιτιού τους. «Το 2006 είχαμε κάνει ανακαίνιση και προσθήκη στο σπίτι. Κάηκε το μεγαλύτερο μέρος του. Και η πεδιάδα από κάτω, τη βλέπεις πράσινη, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τη ζούγκλα που ήταν πριν. Τα δύο πρώτα χρόνια το μόνο που έβλεπες ήταν σκελετοί δέντρων. Τέτοια φωτιά δεν είχαμε ξαναδεί. Νόμιζες ότι αν σκάψεις με το φτυάρι, θα έχει φωτιά και κάτω από το χώμα». Στη Μάκιστο, την ανοικοδόμηση ανέλαβε το Ίδρυμα Βαρδινογιάννη. «Ευτυχώς που ανέλαβαν οι ιδιώτες, γιατί αλλιώς δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί. Από το ταμείο Μολυβιάτη δεν πήραμε φράγκο. Μας υποχρέωσαν μάλιστα τότε να υπογράψουμε δήλωση ότι δεν έχουμε καμία απαίτηση από αυτό, αφού μας έχτισαν το σπίτι οι ιδιώτες».

Το Ταμείο Μολυβιάτη ή καλύτερα το ΕΤΑΕΑ, Ειδικό Ταμείο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών, που συγκέντρωσε 198 εκατομμύρια ευρώ από δωρεές Ελλήνων και ξένων πολιτών που ευαισθητοποιήθηκαν, είναι μια περίεργη περίπτωση. Το ποσό έως το 2010 είχε φτάσει τα 215 εκατ. ευρώ λόγω των τόκων και από αυτά οι κυβερνήσεις κάλυψαν ανάγκες για 18 νομούς. Η Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας του Περιβάλλοντος, που διατύπωσε το 2013 τα συμπεράσματά της, όμως, κατέληξε ότι η ανασυγκρότηση των περιοχών δεν είχε προχωρήσει έως τότε με τους ρυθμούς που θα έπρεπε, η αναλογικότητα δεν τηρήθηκε στην καταβολή κονδυλίων, δεν αποδόθηκε περιβαλλοντική δικαιοσύνη, ενώ ο δήμος Ζαχάρως, ο οποίος καταστράφηκε στο μεγαλύτερο ποσοστό, δεν είχε λάβει ούτε ένα ευρώ για έργα αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος. Το χειρότερο, δε, είναι πως το 2010 το ταμείο καταργήθηκε και πέρασε σε κωδικό στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που ετέθη υπό τους περιορισμούς που έθεσε η Τρόικα το καλοκαίρι του 2011, στο πρώτο Μνημόνιο. 

«Εμείς ως περιφέρεια έχουμε κάνει ερώτηση για το ποσό που έχει μείνει στο ταμείο αυτό», λέει στο «Κ» ο κ. Γεωργιόπουλος. «Σε ποιον κωδικό βρίσκεται; Τι προτίθενται να κάνουν με αυτά τα χρήματα; Εμείς αιτούμεθα το μεγαλύτερο μέρος να έρθει στην Ηλεία. Τα τελευταία χρήματα που ήρθαν ήταν το 2013 για ειδικά προγράμματα αποκατάστασης, υποδομές και δρόμους στο μεγαλύτερο μέρος τους. Νομίζω ότι θα έπρεπε να έχουμε δει με περισσότερη σοβαρότητα την αντιπλημμυρική προστασία». 

Είναι αλήθεια πάντως πως οι περισσότερες καταγγελίες σχετικά με τα χρήματα αυτά ήταν πως σπαταλήθηκαν σε οδοποιίες. Και όντως, ένα μεγάλο μέρος του οδικού δικτύου είχε καταστραφεί και έπρεπε να αποκατασταθεί. Πώς εξηγείται λοιπόν ότι ο δρόμος που οδηγεί στα μαρτυρικά χωριά της Αρτέμιδας και της Μακίστου βρίσκεται σε τόσο κακή κατάσταση; Η ιστορία ακούγεται γνώριμη. «Έγινε μια μελέτη με προβλήματα κατά τη διαγωνιστική διαδικασία», λέει ο κ. Γεωργιόπουλος. «Ολοκληρώθηκε τελικώς πριν από 10 μήνες (!). Είχε ξεκινήσει από το 2012, και το αποτέλεσμα του προϋπολογισμού ήταν πέραν πάσης προσδοκίας: 15 εκατομμύρια ευρώ! Εμείς πήραμε συνολικά 15 εκατομμύρια για όλες τις αποκαταστάσεις». Και κάποια μικρά κομμάτια που είδαμε με νέα άσφαλτο; Η κ. Ντίνα λύνει την απορία: «Κάθε χρόνο γίνεται ένας ποδηλατικός γύρος, οπότε ο δήμος έφτιαξε κάποια κομμάτια που ήταν χωμάτινα, για να μην έχουν ατύχημα τα ποδήλατα…».

 


Στο σημείο της τραγωδίας, στεφάνια, λουλούδια ακόμα και παιχνίδια που ο πατέρας έφερνε για τα παιδιά του. 

 

«Τα δέντρα ξαναβγήκαν, οι άνθρωποι δε γύρισαν πίσω»

Η Χριστίνα Δρακοπούλου έχασε τον αδερφό της το 2007. Ο Γιάννης Δρακόπουλος ήταν ένας από τους τρεις εποχικούς πυροσβέστες που παγιδεύτηκαν μαζί με το πυροσβεστικό τους στο δρόμο της Αρτέμιδας. Ο ίδιος έμενε σε ένα χωριό του Πύργου και το μεσημέρι τον κάλεσαν για δουλειά. «Έφυγε από το σπίτι και με πήρε δύο τηλέφωνα από εκείνη την ώρα: ένα όταν έφτασε και ένα την ώρα που καιγόταν». Η ίδια ζει στον Πύργο και δεν έρχεται στην περιοχή, παρά μόνο για το μνημόσυνο που τελούν οι συγγενείς κάθε χρόνο. Φέτος, λόγω των 10 ετών, ένας πολιτιστικός σύλλογος της Μακίστου θέλησε να συνδιοργανώσει μαζί με την Περιφέρεια και τους Δήμους μια «εκδήλωση μνήμης» που θα περιελάμβανε και συναυλία, αρχικά μάλιστα η πρόθεση ήταν να γίνει στον τόπο της τραγωδίας. Οι συγγενείς των θυμάτων έστειλαν εξώδικο για να το σταματήσουν. Ανάμεσά τους ήταν και η κ. Δρακοπούλου. «Το βρήκαμε οξύμωρο να συνδιοργανώνουν την εκδήλωση μνήμης άνθρωποι που έχουν καταδικαστεί γι’ αυτήν την τραγωδία. Δεν πιστεύω ότι πάνε να εκμεταλλευτούν κάτι, πιστεύω ότι δεν σκέφτονται. Δέκα χρόνια μετά κι ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι έχει γίνει. Εμείς είμαστε 10 χρόνια στα δικαστήρια και τελικώς πέρυσι με τελεσίδικη απόφαση του Αρείου Πάγου καταδικάστηκαν νομάρχης, δήμαρχος, πυροφύλακας και η κυρία που έβαλε τη φωτιά. Πρόληψη δεν υπήρχε ούτε μέριμνα για τον κόσμο. Στο δικαστήριο περάσαμε δύσκολα, ήταν τρομερά επώδυνο. Ξεσπούσαν συνεχώς διαμάχες, προσπάθησαν να ρίξουν την ευθύνη στους νεκρούς. Η μάνα μου άκουγε ότι έφταιγε ο γιος της που κάηκε. Υπήρξε μια ηθική δικαίωση με την καταδίκη, όμως αν ρωτήσεις τη μάνα μου, θα σου πει ότι δεν κέρδισε τίποτα από αυτό το δικαστήριο. Εγώ κράτησα την υπόσχεση που είχα δώσει στον αδερφό μου ότι θα το πάω μέχρι τέλος, αλλά τελικά δε δικάσαμε όλους όσοι έφταιγαν, και τον Γιάννη δεν πρόκειται να τον ξαναδώ. Τα δέντρα ξαναβγήκαν, τα σπίτια χτίστηκαν, αλλά κανένας άνθρωπος δε γύρισε πίσω». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ