ΕΛΛΑΔΑ

Φωτιές σε Καπανδρίτι και Κάλαμο από το 1989

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι κάτοικοι στο Καπανδρίτι και στο Μικροχώρι Αττικής δεν είχαν ηρεμήσει. Ηταν 26 Αυγούστου 1989 και μετρούσαν ήδη τρεις ημέρες από το ξέσπασμα της φωτιάς. Κυκλοφορούσαν με κλαριά και κουβάδες νερό στα χέρια, για να αμυνθούν σε πιθανή αναζωπύρωση. Ο τότε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής Χρήστος Κόκκαλος ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να δώσουν ακόμη στους πολίτες «το σήμα της πλήρους κατάσβεσης». Στα αποκαΐδια, τραυματισμένος ελαφρά από τη συμμετοχή του στην επιχείρηση, ο δασοπυροσβέστης Φώτης Κίσσας έλεγε τότε στην «Κ» ότι «δεν υπάρχουν δυνάμεις σε επιφυλακή στην ύπαιθρο που είναι απαραίτητες για να προλάβουν την καταστροφή. Ολοι έρχονται όταν γίνει το κακό».

Την περασμένη Κυριακή ο συνταξιούχος πλέον κ. Κίσσας παρακολουθούσε στην τηλεόραση με αγωνία μια νέα φωτιά να καταστρέφει εκτάσεις στην ίδια περιοχή. «Δεν γίνεται πρόληψη και καθαρισμός, είναι επόμενο να συμβεί το κακό», λέει σε τηλεφωνική μας επικοινωνία.

Το 1989, ως οδηγός ενός Unimog, συμμετείχε στην κατάσβεση μεταφέροντας με το όχημα δύο πυροσβέστες. Γνώριζε καλά το Καπανδρίτι. «Σαν σκυλιά πηγαίναμε στη φωτιά. Ξέραμε τους δρόμους και τα βουνά στην περιοχή σαν κάλπικη δεκάρα. Τρέχαμε για να σώσουμε τα σπίτια και τις ελιές», θυμάται. Σε εκείνη την επιχείρηση, μια κλάρα που κόπηκε από δέντρο τον χτύπησε στην αριστερή πλευρά της πλάτης και τον τραυμάτισε ελαφρά.

Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν ότι εκείνη ήταν η μεγαλύτερη πυρκαγιά των τελευταίων ετών στην Αττική. Αποτέφρωσε, σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε τότε, 12.000 στρέμματα πευκοδάσους και 8.000 στρέμματα γεωργικών καλλιεργειών. Στο πέρασμά της έκαψε ένα σπίτι, δύο αποθήκες, σκυλιά και κότες.

Και άλλες φωτιές

Αυτό όμως δεν ήταν το μόνο πλήγμα για την περιοχή. Τον επόμενο χρόνο, στις 11 Ιουνίου 1990, οι δυνάμεις στις οποίες συμμετείχε και ο κ. Κίσσας χρειάστηκε να επέμβουν ξανά σε Καπανδρίτι, Κάλαμο και Βαρνάβα. Η νέα φωτιά είχε ξεκινήσει τότε από σκουπιδότοπο στη χαράδρα του Αγίου Αθανασίου στο Καπανδρίτι. Δεκαπέντε πυροσβεστικά οχήματα προσπάθησαν να την ελέγξουν, αλλά υποβοηθούμενη από ισχυρούς ανέμους η πυρκαγιά επεκτάθηκε γρήγορα σε πολλαπλές εστίες και περικύκλωσε δεκάδες σπίτια. Την επόμενη ημέρα ο νέος απολογισμός μετρούσε και πάλι χιλιάδες καμένα στρέμματα, ένα κατεστραμμένο σπίτι και ζημιές σε εργοστάσιο χαρτοποιίας στο Μικροχώρι.

Το 1999 και πάλι μια ανεξέλεγκτη χωματερή έθεσε σε κίνδυνο το Καπανδρίτι. Ηταν αρχές Ιουνίου όταν εκδηλώθηκε εκεί φωτιά που γρήγορα πήρε μεγάλες διαστάσεις. Το συντονιστικό κέντρο της Πυροσβεστικής έστειλε 35 οχήματα και 160 άτομα, ενώ από τη βάση της Ελευσίνας απογειώθηκαν πέντε αεροσκάφη για ρίψεις νερού. Η έγκαιρη επέμβαση έσωσε την περιοχή.

Δύο χρόνια αργότερα όμως, ο Κάλαμος θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με τη φωτιά. Η αρχική εστία της πυρκαγιάς που ξέσπασε στις 4 Ιουνίου 2001 εντοπίστηκε κοντά στην εθνική οδό και θεωρείται ότι πιθανόν προήλθε από μετασχηματιστή της ΔΕΗ. Μέσα στις επόμενες πεντέμισι ώρες και παρά τις ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις, είχε διανύσει μια απόσταση 14 χιλιομέτρων.

Ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων, αναφέρει ότι η Αττική εμφανίζει ιδιαιτερότητες που επιδρούν στο θέμα των πυρκαγιών. Οπως γράφει σε έρευνά του που δημοσιεύτηκε το 2016 στην επιστημονική έκδοση «Γεωγραφίες», στην Αττική εντοπίζεται ιδιαίτερα εύφλεκτη βλάστηση, ιδίως στις περιοχές χαμηλού υψομέτρου, η οποία αποτελείται από πευκοδάση, θαμνώνες και φρύγανα. Ακόμη, υπάρχουν εκτεταμένες ζώνες μείξης δασών και οικισμών, που δυσκολεύουν τη διαχείριση. Υπογραμμίζει όμως ότι, πέρα από την καταστολή, πρέπει να δοθεί βάρος και στην πρόληψη και ενημέρωση του κοινού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ