ΕΛΛΑΔΑ

Η παγίδα στον Λίβυο αρχαιοκάπηλο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Α.Α. και τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του σε φωτογραφία των αιγυπτιακών αστυνομικών αρχών μετά τη σύλληψή του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συνάντηση για την υποτιθέμενη αγοραπωλησία θα γινόταν σε ξενοδοχείο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Οι Ελληνες αστυνομικοί, όμως, ήθελαν μια τελευταία απόδειξη για να πειστούν ότι ο Λίβυος αρχαιοκάπηλος βάδιζε προς την παγίδα τους. Ανυποψίαστος εκείνος, έκανε ό,τι του ζήτησαν και έστειλε φωτογραφίες του. Σε αυτές είτε είχε απλώσει την πραμάτεια του, αμφορείς, κύλικες και οινοχόες, είτε εμφανιζόταν ο ίδιος. Στο κάδρο κάθε εικόνας φαινόταν και το πρωτοσέλιδο τοπικής εφημερίδας για να πιστοποιήσει, από την ημερομηνία, πού βρισκόταν.

Οι χρόνοι ήταν πιεστικοί. Υπήρχε ο κίνδυνος ο αρχαιοκάπηλος να ξεφύγει, αναφέρει στην «Κ» αστυνομική πηγή με γνώση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ωστόσο η διυπηρεσιακή συνεργασία απέδωσε, και στις 24 Μαΐου οι αιγυπτιακές αρχές συνέλαβαν τον 30χρονο Α.Α. Στην κατοχή του εντοπίστηκαν 27 αρχαία αντικείμενα της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου. Οι πληροφορίες που επί εννέα μήνες συγκέντρωνε το Τμήμα Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Αρχαιοτήτων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής αποδείχτηκαν πολύτιμες.

Πρώτη φορά έμαθαν για τον Α.Α. από e-mail που τους έστειλε Ελληνας, ανώνυμος πληροφοριοδότης, τον Αύγουστο του 2016. Οπως ισχυριζόταν, ο Λίβυος είχε επικοινωνήσει μαζί του μέσω Facebook επιχειρώντας να του πουλήσει αρχαιότητες από την πατρίδα του. Ενας αστυνομικός δημιούργησε στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης ψεύτικο προφίλ και με τη βοήθεια του πληροφοριοδότη επικοινώνησε με τον Α.Α. ως επίδοξος αγοραστής.

Οι συνομιλίες των δύο ανδρών ήταν σποραδικές. Μπορεί να μεσολαβούσαν εβδομάδες χωρίς ανταλλαγή μηνυμάτων. Αστυνομικοί παρομοιάζουν την υπόθεση με «μια καλή παρτίδα σκάκι». Ο Λίβυος ζητούσε 50.000 ευρώ για τα αντικείμενα που διέθετε και τους καλούσε στη Βεγγάζη για τη συναλλαγή. Αρχικός στόχος των αστυνομικών όμως ήταν ο αρχαιοκάπηλος να ταξιδέψει στην Ελλάδα με τα αντικείμενα για να συλληφθεί. Ο Α.Α. ρώτησε τους υποτιθέμενους αγοραστές εάν μπορούν οι ίδιοι να του εξασφαλίσουν ανεμπόδιστο ταξίδι προς την Ευρώπη. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν να τον διευκολύνουν. Αποδείχτηκε αδύνατον να βγάλει βίζα τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ισπανία ή την Ιταλία που είχαν συζητηθεί ως εναλλακτικές.

Ρωτούσε ακόμη εάν μπορούσαν να τον προμηθεύσουν με ανιχνευτές μετάλλων από την Ελλάδα για να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στη Λιβύη. Προτού προχωρήσουν οι επαφές, οι Ελληνες αστυνομικοί ήθελαν να διασταυρώσουν ότι πρόκειται για σοβαρή υπόθεση και ότι ο Α.Α. δεν κατέχει κίβδηλα αντικείμενα. Ζήτησαν μέσω Facebook να τους στείλει φωτογραφίες και έλεγξαν τις αρχαιότητες με τη βοήθεια ειδικών του τμήματος τεκμηρίωσης του υπουργείου Πολιτισμού.

Υποτιθέμενη συνάντηση

Οταν πείστηκαν για τους ισχυρισμούς του, κανόνισαν υποτιθέμενη συνάντηση στην Αίγυπτο. Σύμφωνα με τις αιγυπτιακές αρχές, στις 13 Μαΐου ο Α.Α. διέσχισε παράτυπα τα σύνορα και πέρασε στην πόλη Σαλούμ, η οποία απέχει 145 χιλιόμετρα από το Τομπρούκ της Λιβύης. Εντεκα ημέρες αργότερα συνελήφθη στην Αλεξάνδρεια χάρις στη συνεργασία των ελληνικών και αιγυπτιακών αρχών και τη συνδρομή της Interpol.

Το παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων στη Λιβύη προβληματίζει εδώ και χρόνια τη διεθνή κοινότητα. Ηδη από το 2015 το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (μη κερδοσκοπικός οργανισμός για την εκπροσώπηση των μουσείων) είχε καταρτίσει «κόκκινη λίστα» με πολιτιστικούς θησαυρούς της βορειοαφρικανικής χώρας που κινδυνεύουν να λεηλατηθούν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ