Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Αποκρύψας φάος ηλίου»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Παρά τα όσα διέδιδαν οι εσχατολόγοι, ιδίως στις ευεπίφορες στον ανορθολογισμό Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν την τύχη να απολαύσουν την έκλειψη του ήλιου σε όλο το συναρπαστικό μεγαλείο της, η Αποκάλυψη δεν ήρθε ούτε τούτη τη φορά. Η Συντέλεια δεν συντελέστηκε. Και ο μυστηριώδης Πλανήτης Χ ή Νιμπίρου, που τάχα θα έπεφτε πάνω στη Γη και θα τη σμπαράλιαζε πριν καν προλάβει να ξαναζεσταθεί ο ήλιος, δεν μας έκανε την τιμή. Κάπου αλλού θα τριγυρνάει στο αχανές σύμπαν.

Ετσι θα συνεχίσουμε να καταναλώνουμε δέκα κινηματογραφικές Αποκαλύψεις τον χρόνο, να διαβάζουμε δέκα φορές τον μήνα πρωτοσέλιδες προφητείες Συντελείας και να χρησιμοποιούμε αστόχαστα και κατά κόρον το κλισέ «σκηνές Αποκάλυψης» (εναλλακτικά με τη «δαντική κόλαση») ακόμα και για πυρκαγιές μετρίου μεγέθους. Οσο για τις επόμενες γενιές, θα ’χουν να βλέπουν τη φωτογραφία του Ντόναλντ Τραμπ να ατενίζει τον μαύρο ήλιο καταπρόσωπο, δίχως ειδικά γυαλιά, σαν ισοϋψής του και «ισοφαής». Ισως άκουσε ότι κάποιος Ξέρξης πρόσταξε να μαστιγώσουν τη θάλασσα κι είπε να τον ξεπεράσει σε υπεροψία.

Τα εκτός ρυθμού και κανονικότητας ουράνια φαινόμενα τάραζαν πάντοτε τους ανθρώπους. Αδιάψευστη μαρτυρία η αρχαιότατη ποιητική εξιστόρηση μιας έκλειψης ηλίου, που την οφείλουμε στον σπουδαίο λυρικό ποιητή των μέσων του 7ου αιώνα π.Χ. Αρχίλοχο τον Πάριο. Η αρχή του ποιήματός του: «Χρημάτων άελπτον ουδέν έστιν ουδ’ απώμοτον / ουδέ θαυμάσιον, επειδή Ζευς πατήρ Ολυμπίων / εκ μεσημβρίης έθηκε νύκτ’ αποκρύψας φάος / ηλίου λάμποντος, λυγρόν δ’ ήλθε επ’ ανθρώποις δέος». Πεντακάθαρη η εικόνα της έκλειψης, που σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αστρονόμων έγινε το 648 π.Χ., αρχές του (δικού μας) Απρίλη: ντάλα μεσημέρι, και το φως χάνεται αιφνίδια· πάνδημο το δέος. Παραθέτω τη μετάφραση του Γιάννη Δάλλα (από το βιβλίο του «Αρχαίοι λυρικοί - Δ΄: Ιαμβογράφοι», «Αγρα», 2007): «Θαύματα ανέλπιστα μην ορκιστείς δεν γίνονται, / αφού κι ο Δίας, των Ολυμπίων πατέρας, μέρα μεσημέρι / τη νύχτα του άπλωσε, του ηλιού τη λάμψη κρύβοντας. / Ψιλή τρεμούλα τους ανθρώπους πέρασε».

Ωστε λοιπόν, συνεχίζει τη συνομιλία του με τους ακροατές του ο Ανακρέων, που από τη φτώχεια του βιοποριζόταν σαν μισθοφόρος, κανείς να μην παραξενευτεί αν γίνει μάρτυρας και άλλων θαυμασίων, αν δει λ.χ. δελφίνια σε βουνά κι αγρίμια στη θάλασσα. «Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη» ρωτάει πάντως, χιλιετίες μετά, το δημοτικό της «Αρκαδιανής».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ