ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Κατανοώντας την Ευρασία

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Χάρτης της Ευρασίας που δείχνει την έκταση (σε κόκκινο) της περσικής Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών και της στέπας (σε πράσινο) που κατείχαν οι Σκύθες. Χάρτης του Paul Goodhead.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με μια στρατηγική συνεργασία με το Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, το Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου εγκαινιάζει τη νέα περίοδο με μια έκθεση μεγάλου βεληνεκούς αφιερωμένη στους αρχαίους Σκύθες. Η έκθεση, η πρώτη με αυτό το αντικείμενο έπειτα από 40 χρόνια, αλλά και η πληρέστερη που έχει γίνει ποτέ διεθνώς, ως αποτέλεσμα σύμπραξης σε υψηλό επιστημονικό επίπεδο, επιτελεί πολλαπλούς σκοπούς. Ενας από αυτούς είναι, σαφώς, η γνωριμία με έναν αρχαίο νομαδικό πολιτισμό που εξέλιπε και διαχύθηκε σε μια ευρύτατη γεωγραφική και πολιτισμική ζώνη. Και ένας άλλος, περισσότερο υπαινικτικός, είναι η ανάδυση, η καλλιέργεια και η διάδοση του ενδιαφέροντος και της περιέργειας για την Ευρασία και τις ποικίλες γεωπολιτικές εκφάνσεις της.

Οι «Σκύθες» (με πλήρη πρωτότυπο τίτλο «Scythians: warriors of ancient Siberia») θα εγκαινιαστούν στις 14 Σεπτεμβρίου με την υποστήριξη της ΒΡ, η οποία έχει 25ετή παρουσία στη Ρωσία. Είναι μια θεαματική και αφηγηματική έκθεση για την αρχαία κουλτούρα της ευρασιατικής στέπας αλλά και μια αφορμή να παρουσιαστούν για πρώτη φορά επιτεύγματα της έρευνας και της επιστήμης, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανάλυση των υλικών που έχουν βρεθεί σε αρκετά καλή κατάσταση λόγω του πάγου στη Σιβηρία. Είναι ένας τομέας στενής συνεργασίας και ανταλλαγής τεχνογνωσίας ανάμεσα στο Βρετανικό Μουσείο και το Ερμιτάζ, που για το κοινό μεταφράζεται σε εξαιρετικές εμπειρίες παρατήρησης νεκρικών προσωπείων, ρουχισμού και ευρύχωρων ταφικών δωμάτων μέσα στα οποία εντοπίστηκε σε καλή κατάσταση πλήθος ευρημάτων.

Οι Σκύθες προσφέρονται, εν προκειμένω, για μια ευρύτατη νέα ανάγνωση μιας αχανούς γεωγραφικής ζώνης από τα βάθη της Κεντρικής Ασίας ώς τη Μαύρη Θάλασσα. Αν και οι Σκύθες ήκμασαν ανάμεσα στο 900 και το 200 π.Χ., η νομαδική τους προέλευση εντοπίζεται πολύ πιο πίσω στον χρόνο (ορισμένα εκθέματα χρονολογούνται πριν από 2.500 χρόνια) και εκτείνεται μέσω προσμείξεων, επιρροών και δανείων πολλούς αιώνες μετά την ακμή τους. Η επαφή των Σκυθών με τους Ελληνες, τους Πέρσες και τους Ασσυρίους είναι καταγεγραμμένη, και η εικόνα τους ήταν σε όλους τους πολιτισμούς περιβεβλημένη με μιαν αχλύν μυστηρίου, δέους και αμφίσημων όσο και οξύμωρων εκτιμήσεων για τον βαθμό της «βαρβαρότητάς» τους. Ο Ηρόδοτος περιγράφει την ηδονή που αντλούσαν οι Σκύθες εισπνέοντας τον καπνό από φύλλα κάνναβης και πώς τη χρησιμοποιούσαν ακόμη και ως αναλγητικό. Πρωτίστως, όμως, οι Σκύθες ως έφιπποι νομάδες ήταν γνωστοί για την επιδεξιότητά τους στην τέχνη του πολέμου, την προσαρμοστικότητά τους σε κλιματικές συνθήκες με ακραίες θερμοκρασίες, καθώς και για τη μικροτεχνία τους, γεγονός που θέτει πολλά ερωτήματα για τη φύση της νομαδικής κουλτούρας τους. Τα αντικείμενα από χρυσό, τα κοσμήματα, τα μεταλλικά αντικείμενα, οι τεχνικές της κόμμωσης και της βαφής του σώματος, οι σχέσεις των δύο φύλων, καθώς και το σκληροτράχηλο του χαρακτήρα τους, δείχνουν διαρκείς και ανθεκτικές ανταλλαγές με πολλούς πολιτισμούς, συνήθως με πιο επεξεργασμένη θεώρηση του κόσμου. Ωστόσο, οι Σκύθες είναι μια κουλτούρα που ακόμη τροφοδοτεί την επιστημονική κοινότητα, γι’ αυτό και η νέα έκθεση στο Βρετανικό Μουσείο είναι μια πλατφόρμα σκέψης πέρα από μια σκηνή θέασης.

Ενδιαφέρον έχει και η θέση της γυναίκας-αμαζόνας στον πολιτισμό των Σκυθών, με τα ανδρόγυνα χαρακτηριστικά αλλά και με όλα τα παράσημα της τροφού ατελεύτητων γενεών πολεμιστών, ως προάγγελος ενός θηλυκού προτύπου στα ίχνη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με τη γυναίκα τροφό-μητέρα-εργάτρια και πολεμίστρια.

Τόσο ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Hartwig Fischer, όσο ο διευθυντής του Ερμιτάζ, Μιχαήλ Πιοτρόφκσι, επισημαίνουν την πολλαπλή σπουδαιότητα αυτής της συνεργασίας. «Με τη συνδυασμένη προσπάθεια μπορούμε να φέρουμε τη Σιβηρία και τους Σκύθες εγγύτερα στο ευρωπαϊκό κοινό», δηλώνει ο κ. Πιοτρόφσκι. Η ΒΡ εξασφάλισε την πλήρη οικονομική κάλυψη της έκθεσης. Εκθέματα έρχονται επίσης από το Εθνικό Μουσείο του Καζαχστάν, το Ashmolean και τις βασιλικές συλλογές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ