ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εντός των στόχων η μείωση «κόκκινων» δανείων το β΄ τρίμηνο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εντός των στόχων, για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, παρέμειναν οι τράπεζες κατά το δεύτερο τρίμηνο, δημιουργώντας αισιοδοξία για την επίτευξη των σχετικών στόχων για το σύνολο του έτους, στοιχείο κρίσιμο ενόψει του νέου stress test που θα διενεργήσει η ΕΚΤ το 2018. Η εικόνα του β΄ τριμήνου ήταν καλύτερη της αναμενομένης, καθώς αντιστράφηκε η πορεία δημιουργίας νέων προβληματικών δανείων και σε ορισμένες περιπτώσεις είχαμε μείωση των υπολοίπων των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Ωστόσο, το «καλύτερης της αναμενομένης» έχει έναν μεγάλο αστερίσκο: η βελτίωση είναι σε σχέση με το α΄ τρίμηνο, που η εικόνα ήταν ιδιαίτερα αρνητική, και όχι σε σχέση με το πώς θα έπρεπε να βαδίζουν οι τράπεζες προκειμένου να μεταδώσουν ένα ισχυρό μήνυμα ότι το μεγάλο πρόβλημα των 100 δισ. «κόκκινων» δανείων αντιμετωπίζεται αποφασιστικά και βρίσκεται σε καλό δρόμο. Ο λόγος είναι ότι για άλλη μια φορά οι πρώτοι μήνες του 2017 σπαταλήθηκαν στην αδράνεια και στην αβεβαιότητα.

Η νέα μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, οι φόβοι για νέο στραβοπάτημα και εκτροχιασμό της συμφωνίας, αλλά και η επαναφορά της συζήτησης περί Grexit –κυρίως εξαιτίας ατυχέστατων δηλώσεων εγχώριων πολιτικών παραγόντων– είχαν σοβαρές επιπτώσεις στις τράπεζες. Οι καταθέσεις μειώθηκαν και τα προβληματικά δάνεια αυξήθηκαν. Η εικόνα από την εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων της Εθνικής είναι χαρακτηριστική: στο β΄ τρίμηνο του 2016 είχαν μειωθεί κατά 649 εκατ. ευρώ, στο γ΄ τρίμηνο κατά 759 εκατ. ευρώ και στο δ΄ τρίμηνο κατά 205 εκατ. ευρώ, ενώ στο πρώτο τρίμηνο του 2017 αυξήθηκαν κατά 54 εκατ. ευρώ (επανήλθε στο -14 εκατ. ευρώ στο β΄ τρίμηνο).

Τα καλά νέα, λοιπόν, περιορίζονται στο ότι τα σχέδια των τραπεζών και οι στόχοι μείωσης που έχουν συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό δεν έχουν εκτροχιασθεί, όχι ότι όλα βαίνουν καλώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά τη μείωση του υπολοίπου των NPEs σε ορισμένες τράπεζες ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε στο β΄ τρίμηνο, καθώς εκτός από τα «κόκκινα» μειώνεται και το συνολικό υπόλοιπο δανείων, λόγω της συνεχιζόμενης πιστωτικής συρρίκνωσης: τα νέα δάνεια είναι μικρότερα των δανείων που αποπληρώνονται.

Σύμφωνα με τους επιχειρησιακούς στόχους που έχουν συμφωνήσει τράπεζες και Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM), τα υπόλοιπα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) θα πρέπει να μειωθούν σε 72,4 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου και σε 65,9 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα (NPEs, που περιλαμβάνουν τα NPLs και τα δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί), στα 103,4 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου και στα 98,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2017. Ακολουθεί μια εξαιρετικά απαιτητική διετία, με τις τράπεζες να έχουν δεσμευθεί ότι θα περιορίσουν, μέχρι το τέλος του 2019, τα NPEs στα 66,7 δισ. ευρώ και τα NPLs στα 40,2 δισ. ευρώ.

Το ΔΝΤ, όπως και άλλοι αναλυτές, θεωρούν ότι οι στόχοι αυτοί είναι υπερβολικά αισιόδοξοι και υποστηρίζει ότι μια νέα κεφαλαιακή ένεση είναι απαραίτητη προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να προχωρήσουν σε μεγαλύτερες διαγραφές προβληματικών δανείων, αντιμετωπίζοντας αποφασιστικά και ριζικά το μεγάλο αυτό πρόβλημα. Θεωρεί ότι με έναν τόσο μεγάλο όγκο προβληματικών δανείων στον ισολογισμό τους δεν θα μπορέσουν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη και θα παραμείνουν καθηλωμένες λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην προσπάθεια ανάπτυξης της οικονομίας.

Τράπεζα της Ελλάδος και ΕΚΤ θεωρούν ότι το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω των δράσεων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διοικήσεων των τραπεζών και του SSM, ενώ οι διοικήσεις των τραπεζών το τελευταίο που θέλουν να συζητήσουν είναι το ενδεχόμενο νέας ανακεφαλαιοποίησης. Επιτελικά στελέχη τραπεζών σημειώνουν στην «Κ» ότι οι στόχοι θα επιτευχθούν, αρκεί να υπάρχει σταθερότητα και συνέπεια στην υλοποίηση του προγράμματος ώστε η οικονομία να εισέλθει σε πορεία ισχυρής ανάπτυξης. Αναγνωρίζουν ότι χωρίς ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον η επίτευξη των στόχων για τα «κόκκινα» είναι αδύνατη. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζουν την κρισιμότητα έγκαιρης ολοκλήρωσης της τρίτης αξιολόγησης ώστε να παγιωθεί η εμπιστοσύνη και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη. Αν γίνουν αυτά, τονίζουν, οι στόχοι θα επιτευχθούν και δεν θα υπάρξει ζήτημα νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

«Κλειδί» η συνέχιση της ανάκαμψης

Η αισιόδοξη θεώρηση αντιμετωπίζει ένα βασικό πρόβλημα: ότι ακριβώς τα ίδια λέγαμε στα μέσα του 2016 (όπως και τα προηγούμενα χρόνια) όταν είχε σχηματιστεί μια θετική τάση. Και τότε ήταν κρίσιμο να ολοκληρωθεί έγκαιρα η 2η αξιολόγηση, να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις για να έχουμε ένα αναπτυξιακό ριμπάουντ το 2017. Η βασική πρόβλεψη για το ΑΕΠ το 2017 ήταν +2,5%. Ωστόσο αυτό δεν έγινε. Για άλλη μία φορά, υπήρξαν καθυστερήσεις και οι συνθήκες όχι μόνο δεν βελτιώθηκαν αλλά στις τράπεζες υπήρξε σημαντική επιδείνωση, ενώ οι εκτιμήσεις για την αύξηση του ΑΕΠ ψαλιδίστηκαν στο 1,5%. Η 2η αξιολόγηση έπρεπε να ολοκληρωθεί τον Φεβρουάριο του 2016 και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2017. Η κυβέρνηση, και γενικότερα το πολιτικό προσωπικό, φαίνεται ότι δεν έχει επίγνωση των επιπτώσεων της παρελκυστικής τακτικής, επιμένοντας σε μια μικροκομματική διαχείριση, με ορίζοντα ημέρας. Ωστόσο, αν το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα και αποφασιστικά, τότε είναι βέβαιο ότι ακόμη και αν τα δημόσια οικονομικά παραμείνουν σε θετική πορεία η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια τραπεζική κρίση με σοβαρότατες επιπτώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ