Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εμανουέλ Μακρόν
Φαντασμαγορία και φαντάσματα

​​Νοέμβριος 1939. Υδρα. O Γιώργος Σεφέρης γράφει το ποίημα τους τελευταίους στίχους του οποίου –για το θαύμα που «κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες των ανθρώπων»– απήγγειλε το βράδυ της Πέμπτης ο Εμανουέλ Μακρόν. Δύο μήνες πριν γραφτεί το ποίημα, ο Χίτλερ και ο Στάλιν είχαν εισβάλει ταυτόχρονα στην Πολωνία, αλλάζοντας, λέει ο σεφερικός στίχος, το σχήμα της «σα μελανιά που την πίνει το στουπόχαρτο».

Ηταν ωραία το βράδυ της Πέμπτης στη σκιά της φωταγωγημένης Ακρόπολης. Τόσο ωραία, που όσα είπε ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας ακούστηκαν μόνο φωτεινά – ο ανησυχαστικός τόνος τους για την Ευρώπη και τη δημοκρατία δεν ακούστηκε. Δεν έχει μικρύνει η Ευρώπη; Εχοντας να αναμετρηθεί με αυταρχικές δυνάμεις στα ανατολικά της –τη Ρωσία του Πούτιν και την Τουρκία του Ερντογάν– που προσπαθούν να σαμποτάρουν το δημοκρατικό της κεκτημένο· έχοντας να αντιμετωπίσει την εθνική αναδίπλωση της Αμερικής και της Βρετανίας· έχοντας να επιλύσει την εσωτερική της κρίση, που ήδη αποσταθεροποιεί τους θεσμούς σε κράτη-μέλη της όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, δεν είναι η Ευρώπη πολύ ανίσχυρη – και η Γαλλία πολύ μικρή για να τη σώσει;

Βλέποντας τον Μακρόν να χαμογελάει με αυτοπεποίθηση, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί αντίστροφα. Μόνο η πίεση των υπαρξιακών κινδύνων μπορεί να εκμαιεύσει τις αλλαγές που ήταν ανέφικτες σε συνθήκες ιστορικής νηνεμίας. Χωρίς τους κινδύνους, ούτε η εκλογή του Μακρόν θα ήταν εφικτή.

Ο Σεφέρης είχε αφιερώσει το ποίημα εκείνο του 1939 στον Χένρι Μίλερ. Θαύμαζε τον Μίλερ, αλλά ενίοτε κοιτούσε με αρχαιοευρωπαϊκή υπεροψία τον «αμερικανισμό» του. Η Αμερική ήταν για τον ποιητή «ένας κόσμος χωρίς μυθολογία, χωρίς παράδοση».

Το τσούξιμο στο μάτι από τη φαντασμαγορία της Πνύκας το προκαλούσε αυτή η υποψία: Οτι, κοιτώντας την Ευρώπη, βλέπει κάποιος έναν κόσμο γεμάτο μυθολογία, γεμάτο παράδοση – αλλά χωρίς μύθο για το παρόν. Βλέπει ένα αρχαιολογικό πάρκο. Ενα σκηνικό.

Φώφη Γεννηματά
Φανέλα και παραλλαγή

Α​​υτό που κυνηγάς γυρνάει καμιά φορά και αρχίζει εκείνο να σε κυνηγάει. Η Φώφη Γεννηματά δεν ήθελε το μικρό ΠΑΣΟΚ που κληρονόμησε. Ηθελε, λένε, «κάτι πιο μεγάλο» και το απέδειξε ήδη από τον Ιανουάριο του 2016, όταν για πρώτη φορά διατύπωσε την πρόθεσή της να ρισκάρει τη θέση της, προκειμένου να προκύψει με άμεση εκλογή νέα ηγεσία της Κεντροαριστεράς. Η εκπλήρωση εκείνης της προσδοκίας φέρνει τώρα τη Γεννηματά στην εκλογική ανάγκη να μην αποξενωθεί από το μικρό ΠΑΣΟΚ και τα σύμβολά του.

«Νέα Αλλαγή» λέει το ριψοκίνδυνο σύνθημά της· ριψοκίνδυνο, γιατί κινδυνεύει να ρίξει την έμφαση όχι στο «νέα» αλλά στο «αλλαγή» – παραλλαγή της Αλλαγής που το ΠΑΣΟΚ ήθελε και ο λαός μπορούσε.

«Μετά το ’81», λέει, έχουν γεννηθεί αυτοί που στρατολογήθηκαν για να υπογράψουν την υποψηφιότητά της. Αυτό που προδίδει η Γεννηματά και με αυτή την αναφορά είναι ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει το στίγμα της παρά μόνο σε σχέση με τα ορόσημα της πασοκικής προϊστορίας.

Εκλογικά δεν είναι άστοχη αυτή η επιλογή. Μπορεί οι συνεργάτες της να το αρνούνται, αλλά η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν θα είχε λόγο να αφήσει ανεκμετάλλευτη τη συγκροτημένη εκλογική της πελατεία – πελατεία που στην πλειονότητά της το 1981 είχε ήδη πατήσει το κατώφλι της ωριμότητας. Στο κάτω κάτω, η Γεννηματά λέγεται Γεννηματά. Οποια ανακαίνιση και αν επιχειρούσε στο προφίλ της, το πολιτικό της brand και το σύστοιχο εκλογικό της πλεονέκτημα είναι ληξιαρχικώς προκαθορισμένα. Από αυτή την άποψη, θα συνέφερε την πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ η αναμέτρηση να πάρει τον χαρακτήρα που οι επιτελείς της ημιεπισήμως ξορκίζουν: Να αποβεί μια αναμέτρηση ανάμεσα στους σκευοφύλακες της παράταξης και στις δυνάμεις που επιδιώκουν την αποπασοκοποίησή της – δυνάμεις που ήδη αποκαλούνται σαρκαστικά «μετανεωτερικοί λαϊκιστές». Δεν παίζουν, λένε στη Χαριλάου Τρικούπη, για τη φανέλα. Αλλά το φαβορί χάρη στη φανέλα είναι φαβορί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ