Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 40 χρόνια από το πρωινό του Σεπτεμβρίου του 1977, όταν η Μαρία Κάλλας βρέθηκε νεκρή από καρδιακή προσβολή στο διαμέρισμά της στο Παρίσι. Η Εθνική Λυρική Σκηνή τιμά τη θρυλική υψίφωνο πραγματοποιώντας ένα γκαλά όπερας στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού σε συνεργασία με το Athens Democracy Forum.

Ήταν 17χρονο κορίτσι όταν μπήκε για πρώτη φορά στη νεοϊδρυθείσα Εθνική Λυρική Σκηνή, τότε που ακόμη άκουγε στο όνομα Μαριάννα Καλογεροπούλου. Τον Ιούνιο του 1940 φοιτούσε στο Ωδείο Αθηνών, με καθηγήτρια τη διάσημη τραγουδίστρια της όπερας Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, η οποία είχε προσληφθεί ως σύμβουλος του τότε διευθυντή της Λυρικής Κωστή Μπαστιά. Εκτιμώντας τις φωνητικές της ικανότητες, η Ντε Ιντάλγκο ζήτησε από τον Μπαστιά να την ακούσει. «Του είπε “θέλω να σου φέρω μια μαθήτριά μου καταπληκτική, μια φωνή που δεν θα ξανακούσεις”», θυμάται την αφήγηση του πατέρα του ο συγγραφέας Γιάννης Μπαστιάς. Εκείνος δέχτηκε, αλλά, προκειμένου να μην προκαλέσουν την περιέργεια των συνεργατών τους, συμφώνησαν αυτή η ιδιάζουσα «ακρόαση» να γίνει στο σπίτι του, στην οδό Σατωβριάνδου. Η Ντε Ιντάλγκο κάθισε στο πιάνο και η νεαρή Μαριάννα τραγούδησε με πάθος. Εντυπωσιασμένος από την ερμηνεία της, της πρόσφερε μια θέση ως χορωδός της Λυρικής, ώστε να εξασφαλίσει έναν μισθό, με την οδηγία να μη συμμετέχει στις εργασίες της χορωδίας, για να έχει χρόνο να μελετά στο Ωδείο. Ο Μπαστιάς ήταν που της έδωσε και τον πρώτο της ρόλο σε παράσταση της Λυρικής, τον Ιανουάριο του 1941, στην οπερέτα «Βοκάκιος». Ορίστηκε «ντουμπλίρ», αντικαταστάτρια της υψιφώνου που ερμήνευε τη Βεατρίκη, και εμφανίστηκε σε μια απογευματινή, στη σκηνή του «Παλλάς», όπου είχε μεταφερθεί το Εθνικό με τον φόβο των βομβαρδισμών – το θέατρο της Βουκουρεστίου διέθετε καταφύγιο.

 

 

«Είχε στενή σχέση με τον πατέρα μου. Θεωρούσε ότι ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισε το ταλέντο της και τη στήριξε εμπράκτως στο ξεκίνημά της», βεβαιώνει ο κύριος Μπαστιάς. Για χάρη του επέστρεψε στην Ελλάδα το 1960, για να εμφανιστεί στην Επίδαυρο στις παραστάσεις της «Νόρμας» και στη συνέχεια, το 1961, της «Μήδειας». Τότε γνωρίστηκε και συνεργάστηκε με τη μεσόφωνο Κική Μορφονιού. Η νεαρή μετζοσοπράνο επελέγη από τον διευθυντή της Λυρικής για να αντικαταστήσει την Ιταλίδα Αντριάνα Λατζαρίνι, που εξαιτίας μιας ασθένειας έπρεπε να αποσυρθεί από την παράσταση. Ταξίδεψε στη Ρώμη και πήρε τη σύμφωνη γνώμη του μαέστρου Τούλιο Σεραφίν, αλλά χρειαζόταν η έγκριση της μεγάλης πρωταγωνίστριας. «Είχαμε ραντεβού στη σουίτα της, στη Μεγάλη Βρεταννία», θυμάται η κυρία Μορφονιού. «Έτρεμα σαν το ψάρι όταν άνοιξε την πόρτα. Είδα μια γυναίκα πανέμορφη, ψηλή, με πελώρια μάτια, να με κοιτάζει με ευγένεια και καλοσύνη. Κατάλαβε ότι ήμουν πολύ αγχωμένη και, αφού με άφησε να ηρεμήσω λίγο, ξεκινήσαμε να τραγουδάμε το ντουέτο». Την πρώτη τους συνεργασία, στη «Νόρμα», ακολούθησε μία ακόμα, στη «Μήδεια». Οι αναμνήσεις αυτών των παραστάσεων παραμένουν πολύ ζωντανές στη μνήμη της: «Παρακολουθούσαμε τη γενική δοκιμή της "Μήδειας" κρυμμένες πίσω από μια κολόνα. Στη σκηνή που ο Ιάσονας πηγαίνει με τη Γλαύκη στον ναό βλέπω να συσπάται το πρόσωπό της και δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο ανυπέρβλητη τραγωδός ήταν, αφού και κατά τη διάρκεια της πρόβας ήταν ικανή να βιώνει τόσο δυνατά τον ρόλο της, να εκστασιάζεται και να συγκινείται». Η σχέση τους συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Το 1961, όταν η Κική Μορφονιού βρέθηκε στο Μιλάνο με κρατική υποτροφία, έστειλε στην Κάλλας ένα μπουκέτο λουλούδια, για να την ενημερώσει ότι ήταν στην πόλη, κατ’ απαίτηση της μεγάλης ντίβας, που ήθελε να τη συστήσει στον μαέστρο της. Τη βοήθησε να συμμετάσχει σε ακρόαση στο Κόβεντ Γκάρντεν και στη Σκάλα του Μιλάνου. «Με αντιμετώπισε με πολλή καλοσύνη», διαβεβαιώνει με θέρμη η κυρία Μορφονιού. «Την είχαν παρεξηγήσει πολύ. Έλεγαν ότι ήταν δύστροπη, σκληρή, ότι δεν βοηθούσε κανέναν. Όλα αυτά δεν ήταν αλήθεια.Εγώ γνώρισα μια σπουδαία καλλιτέχνιδα, με μεγάλη καρδιά. Οι σχέσεις της με τους συνεργάτες της ήταν άψογες. Απορούσα που διάβαζα ότι ήταν παράξενη». Αντίστοιχες είναι οι θύμησες και του Γιάννη Μπαστιά, που είχε βρεθεί στα παρασκήνια των παραστάσεων: «Ήταν πολύ απλή, δεν ίσχυε η φήμη ότι ήταν φόβητρο. Ήταν επαγγελματίας, μελετούσε πολύ καλά τους ρόλους της. Ο ενδυματολόγος Φωκάς Αντωνάκης είχε εξομολογηθεί ότι του είχε κάνει εντύπωση πως, αν και όλοι τη φοβούνταν, ό,τι της έλεγε να φορέσει το φορούσε, τα φουστάνια, τα παπούτσια, δεν ήταν βεντέτα. Ό,τι έλεγε ο σκηνοθέτης το έκανε, ό,τι έλεγε ο ενδυματολόγος το έκανε, ήταν συνεργάσιμη και σεβόταν τους άλλους συντελεστές».

 


Το 1941 εξασφάλισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Τόσκα».

 

Ευχάριστη ήταν και στην παρέα. «Μετά το τέλος κάθε παράστασης, της άρεσε να βγαίνει για φαγητό με φίλους, ήθελε να μιλήσει, να γελάσει», θυμάται ο συγγραφέας. Με τον Κωστή Μπαστιά, τον Αριστοτέλη Ωνάση, την Κατίνα Παξινού, τον Αλέξη Μινωτή συνέτρωγαν στην Επίδαυρο, αλλά και στην Αθήνα, σε ταβερνάκια στην Κυψέλη και αλλού. Είναι η εποχή που ζούσε έναν παθιασμένο έρωτα με τον Έλληνα κροίσο. Το σκάφος του ήταν αραγμένο στα ανοιχτά της Επιδαύρου και το τέντερ την πηγαινοέφερνε στη στεριά, άλλοτε μόνη, άλλοτε συνοδευόμενη από τον Ωνάση. Τότε έκανε και μια απερισκεψία για χάρη του έρωτα, σύμφωνα με την Κική Μορφονιού: «Ήμασταν στη φάση των δοκιμών, όταν έφυγε μαζί του για ένα σύντομο ταξίδι. Όταν γύρισε, ήταν λίγο κρυωμένη και στην πρόβα το παραδέχτηκε στον μαέστρο. Ο Σεραφίν τη μάλωσε και εκείνη έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα». Κατά κοινή παραδοχή, όσο λιγόλογη ήταν στην εργασιακή της καθημερινότητα, τόσο εύγλωττη ήταν πάνω στη σκηνή. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ