ΒΙΒΛΙΟ

Η ιστορία του πρώτου σούπερ μάρκετ στην Αθήνα

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Αθήνα, 1910. Το εσωτερικό του εδωδιμοπωλείου του Π. Θανόπουλου στην οδό Αιόλου 153. Το κατάστημα είχε προκαλέσει τον θαυμασμό για τον μοντέρνο τρόπο λειτουργίας, την αισθητική, την καθαριότητα, την ποικιλία και τη συμπεριφορά, αλλά και την εμφάνιση του προσωπικού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛΥΔΙΑ ΣΑΠΟΥΝΑΚΗ-ΔΡΑΚΑΚΗ
ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΤΖΟΓΙΑ-ΜΟΑΤΣΟΥ
«Από τα “Εδώδιμα-Αποικιακά”
στα σούπερ μάρκετ».
Η πορεία 140 ετών μιας ελληνικής εταιρείας τροφίμων.
εκδ. Καστανιώτη

Πώς αποφασίζει μία ιστορική επιχείρηση να βιογραφηθεί; Η πορεία της οικογενείας Θανόπουλου από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, που συνεχίζει ακμαία, ήταν ένα πρώτης τάξεως υλικό όχι μόνο για να χαρτογραφηθεί η ανέλιξη μιας επιχείρησης στον τομέα των τροφίμων αλλά και να ιστορηθεί, λίγο-πολύ, η οργάνωση του λιανικού εμπορίου στην Αθήνα. Ακούγεται εξαιρετικά φιλόδοξο, και πράγματι είναι, αλλά ταυτόχρονα είναι και ιδιαιτέρως δελεαστικό το εγχείρημα της ξενάγησης στη θαυμαστή περιπέτεια της Αθήνας που σταδιακά ανελκύεται καθώς αφήνει πίσω τα πρωτόγονα δίκτυα και υιοθετεί νεωτερισμούς καθώς συγχρονίζεται με τον προηγμένο κόσμο...

Περί αυτού πρόκειται. Η ιστορική επιχείρηση της οικογενείας Θανόπουλου υπήρξε καταλύτης για τον εκσυγχρονισμό του χονδρικού και λιανικού εμπορίου τροφίμων και πάσης φύσεως προϊόντων, όσων προοπτικά θα βρίσκαμε σήμερα σε ένα σούπερ μάρκετ. Και επιπλέον, η περίπτωσή της ενσωματώνει χαρακτηριστικά που ενδιαφέρουν για περαιτέρω ανάλυση και παρατηρήσεις. Ο ιδρυτής, Παναγιώτης Θανόπουλος, οξυδερκής και εργατικός Ελληνας του 19ου αιώνα από την ορεινή Αρκαδία, έρχεται στην Αθήνα και ιδρύει το έτος 1877 το πρώτο εδωδιμοπωλείο με την επωνυμία που έκτοτε θα γίνει ταυτόσημη με σειρά νεωτερισμών. Είναι η ενσάρκωση του «ελληνικού ονείρου», του επιχειρηματικού δαιμονίου που σε μία κοινωνία ελλιπών δικτύων και περιορισμένης εξωστρέφειας, όπως ήταν η κοινωνία του μικρού βασιλείου του 19ου αιώνα, αξιοποιεί ευκαιρίες με τη λογική της πλήρωσης του κενού.

Επιπλέον, αυτό που ενδιαφέρει εξίσου αν απομακρυνθεί κανείς χρονικά και επιχειρήσει να δει το μεγάλο κάδρο είναι η μακροβιότητα της επιχείρησης, η συνετή πολιτική στον αριθμό των καταστημάτων τα τελευταία χρόνια (στα βόρεια προάστια πλέον), το άνοιγμα στον αρχιτεκτονικό εξωραϊσμό (πράγμα σπάνιο στις ελληνικές επιχειρήσεις) και η θαυμαστή συνέχεια μιας οικογενειακής παράδοσης. Σήμερα, η επιχείρηση με τον Δημήτρη Θανόπουλο και τη συνδρομή της νέας γενιάς, του Περικλή και του Τέλη (τέταρτη γενιά), συνεχίζει στον 21ο αιώνα, αποτελώντας ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα μακροημέρευσης.

Οι δύο τομές

Για να σχηματίσει κανείς μία ιδέα των καινοτομιών που επέφερε ο «Θανόπουλος» στην Αθήνα, αρκεί να σταθεί σε δύο τομές. Τον 19ο αιώνα, ο Θανόπουλος φέρνει στην Αθήνα, αρχικά στην οδό Αιόλου, που ήταν το «καλό» κέντρο της πρωτεύουσας, το ευρωπαϊκό πρότυπο υιοθετώντας τις καινοτομίες της Ευρώπης στην υγιεινή, στην παρουσίαση των προϊόντων και στην εξυπηρέτηση του πελάτη. Τον 20ό αιώνα, η σταδιακή εξάπλωση έφερε μεταπολεμικά και με πρωτοπόρο τρόπο το σύγχρονο σούπερ μάρκετ. Οι δύο αυτοί σταθμοί με πολλές, φυσικά, διακυμάνσεις, κωδικοποιούν και σηματοδοτούν την προσφορά της οικογενείας Θανόπουλου στην ιστορία του ελληνικού εμπορίου αλλά και τη συνδρομή της στη διαμόρφωση των κοινωνικών ηθών όσο και την επίδρασή της στην οικιακή οικονομία.

Ολα αυτά που σήμερα, εν πολλοίς γίνονται αποδεκτά ως φυσική συνέχεια, είναι αποτέλεσμα επιχειρηματικής οξυδέρκειας όπως είναι κάθε επιτυχής πορεία στον εμπορικό κόσμο. Το βιβλίο για την ιστορία του «Θανόπουλου» εμπεριέχει μεν πλήρη την ιστορία της επιχείρησης, αλλά η αφήγηση ξεπερνάει το αυστηρό κάδρο μιας ιστόρησης και αποκτά χαρακτηριστικά κοινωνικής ανατομίας. Ως αναγνώστης παρασύρθηκα σε σκέψεις για την οργάνωση της αθηναϊκής κοινωνίας, καθώς οι συγγραφείς, η ιστορικός Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη και η αρχιτέκτων Μαρία Λουίζα Τζόγια-Μοάτσου συνεργάστηκαν ερευνητικά δίνοντάς μας ένα κείμενο υψηλού επιπέδου. Ο «Θανόπουλος» είναι ο στόχος της ιστόρησης αλλά ταυτόχρονα είναι και η αφορμή για να εξετάσει κανείς πώς μια μικρή πρωτεύουσα, στο χείλος της Ευρώπης, όπου επιβίωναν ώς τις αρχές του 20ού αιώνα πολλά από τα ανατολίτικα στοιχεία της, εξελίχθηκε σε μητρόπολη υιοθετώντας καινοτομίες που σταδιακά έφεραν τον νεωτερισμό της σύγχρονης ζωής.

Αν σταθεί κανείς στην Αιόλου και στην Αθηνάς ή στην Πλάκα του 19ου αιώνα, και αναλογιστεί το επίπεδο της κακής υγιεινής, τις πρωτόγονες συνθήκες σφαγής των ζώων, τους περιορισμούς για τη συντήρηση των τροφών ή την έλλειψη υδροδότησης ως το 1930, αντιλαμβάνεται ότι η έλευση του εδωδιμοπωλείου του Π. Θανόπουλου στην οδό Αιόλου ήταν ένα παράθυρο στη «Δύση». Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι για τα σημερινά δεδομένα ο Θανόπουλος του 1880 ήταν «σούπερ μάρκετ» και «ντελικατέσεν» της εποχής. Το πλήθος των τεκμηρίων που παρατίθενται στην έκδοση, ιδίως οι πολλές διαφημίσεις στον Τύπο, αποκαλύπτουν το εύρος των εισαγωγών που αποτολμούσε η επιχείρηση Θανόπουλου και η σταδιακή εκπαίδευση του αθηναϊκού ουρανίσκου σε πλήθος γεύσεων, που εμπλούτιζαν την ελληνική γαστρονομική αλλά και οικογενειακή κουλτούρα.

Στη σειρά των γενεών, συγκινητική είναι η συμβολή του Παντελή Θανόπουλου, της δεύτερης, μορφωμένης γενιάς και του μεγάλου ρίσκου που πήρε να «απελευθερωθεί» από την οδό Αιόλου. Το άνοιγμα στα Χαυτεία το 1931 ήταν το έναυσμα για μια σειρά μεγάλων επεκτάσεων τα μεταπολεμικά χρόνια. Η Αθήνα είχε ήδη αλλάξει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ