ΚΟΣΜΟΣ

Νέες ανησυχίες στην Ευρωζώνη μετά τις εκλογές στη Γερμανία

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να κινηθεί η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ προς την κατεύθυνση του Εμανουέλ Μακρόν ως προς τη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών δημιούργησε ένα σύννεφο απαισιοδοξίας σχετικά με τις προοπτικές του ευρώ. Η αισιοδοξία των προηγούμενων μηνών, που κορυφώθηκε με την εκλογή του σθεναρά ευρωπαϊστή Εμανουέλ Μακρόν στη γαλλική προεδρία, εξανεμίστηκε: το ευρώ αποδυναμώθηκε, το ελληνικό χρηματιστήριο κλονίστηκε (ειδικά οι τραπεζικές μετοχές) και πολλοί σχολιαστές έσπευσαν να γράψουν πρόωρους επικήδειους για τα σχέδια μεταρρύθμισης της διακυβέρνησης της Ευρωζώνης.

Η μεταστροφή αυτή του κλίματος είναι αξιοσημείωτη, για δύο λόγους: πρώτον, δεν ήταν καθόλου σαφές προεκλογικά, παρά τις ενθαρρυντικές δηλώσεις της για τις –πολύ γενικές, προς το παρόν– προτάσεις του κ. Μακρόν, ότι η Αγκελα Μέρκελ ήταν διατεθειμένη να παρεκκλίνει σημαντικά από την αυστηρή γραμμή που έχει τηρήσει έως σήμερα στη διαχείριση των θεμάτων της Ευρωζώνης. Δεύτερον, το αποτέλεσμα των εκλογών, στην ουσία του, δεν διέφερε από τα προβλεπόμενα στις δημοσκοπήσεις.

Η πιο σημαντική διαφορά, μάλιστα –το γεγονός ότι το χαμηλό ποσοστό των Χριστιανοδημοκρατών δεν επιτρέπει τον σχηματισμό κυβέρνησης πλειοψηφίας μόνο με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP)– είναι μάλλον θετική όσον αφορά τις προοπτικές σημαντικών θεσμικών αλλαγών στην Ευρωζώνη. Οι Πράσινοι, το τρίτο κόμμα σε έναν ενδεχόμενο συνασπισμό τύπου Τζαμάικα, είναι σαφώς πιο ανοιχτοί στις ιδέες βαθύτερης ενοποίησης του κ. Μακρόν – και στην ανάγκη στήριξης των χωρών του Νότου.

Τα δύο κυριότερα εμπόδια στην –ούτως ή άλλως σύνθετη– διαπραγμάτευση για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης είναι οι διαφορές μεταξύ του FDP και των Πρασίνων για ζητήματα ευρωπαϊκής ενοποίησης και η στάση των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) – του βαυαρικού αδελφού κόμματος του CDU της κ. Μέρκελ. Κύκλοι στο άμεσο περιβάλλον της καγκελαρίου αναφέρουν τη στάση που θα τηρήσουν οι Χριστιανοκοινωνιστές ως «το μεγαλύτερο πρόβλημα».

Αντιθέτως, οι ίδιοι κύκλοι εκτιμούν ότι οι διαφορές μεταξύ των Ελεύθερων Δημοκρατών και των Πρασίνων «μπορούν να γεφυρωθούν». Επιχειρούν δε να τονίσουν ότι η κ. Μέρκελ δεν θα μεταβάλει τη στάση της, σχετικά με το ευρώ αλλά και με τη προσφυγική-μεταναστευτική κρίση, υπό την πίεση της πολυπληθούς κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία).

Η διακυβέρνηση

Το κρίσιμο ερώτημα, φυσικά, παραμένει: πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να κινηθεί η καγκελάριος στην κατεύθυνση του κ. Μακρόν σε θέματα που αφορούν τη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης; Το περιβάλλον της διαμηνύει ότι αναμένει λεπτομέρειες από το Παρίσι, π.χ. για το πώς θα δαπανηθούν οι πόροι του προτεινόμενου ευρω-προϋπολογισμού. «Δεν θα χρηματοδοτήσει η Γερμανία τα επιδόματα ανεργίας στην Ιταλία», σημειώνουν χαρακτηριστικά, αναδεικνύοντας τα όρια της γερμανικής υποχωρητικότητας. Επιπλέον, η χρονική συγκυρία της ομιλίας Μακρόν, μόλις δύο μέρες μετά τις εκλογές, προβλημάτισε κάπως το Βερολίνο.

Μένουν επίσης να διασαφηνιστούν οι προθέσεις του FDP, που πιθανότατα θα λάβει το χαρτοφυλάκιο των Οικονομικών μετά την αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Παραμένει άγνωστο –ακόμα και στους ανθρώπους της καγκελαρίας– πόσο θα επιμείνει ο ηγέτης του κόμματος, Κρίστιαν Λίντνερ, και οι (εν πολλοίς άγνωστοι) συνεργάτες του στη σκληρή τους γραμμή για την Ευρωζώνη και την Ελλάδα, ή αν θα φανούν ελαστικοί στο μέτωπο αυτό σε αντάλλαγμα για μια πιο οικονομικά φιλελεύθερη πολιτική στο εσωτερικό. Ο κ. Σόιμπλε ήταν αυστηρός θιασώτης της δημοσιονομικής ορθοδοξίας, αλλά ήταν επίσης πεπεισμένος ευρωπαϊστής και πιστός στρατιώτης του κόμματος και –στην τελική ανάλυση– της αρχηγού του. Με δεδομένη την κυριαρχία του στο Eurogroup, ο ρόλος της καγκελαρίου, στο ζήτημα της Ελλάδας αλλά και της μεταρρύθμισης της Ευρωζώνης, θα αναβαθμιστεί με την απουσία του.

Οι ευθύνες της Γαλλίας

Υπάρχει όμως και ένα επίπεδο στο οποίο τα πρόσωπα έχουν μικρή σημασία. «Η γερμανική θέση σχετικά με την Ευρώπη υπερβαίνει τα κόμματα», εξηγεί η Λοράνς Μπουν, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου AXA και πρώην επικεφαλής του οικονομικού γραφείου της γαλλικής προεδρίας επί Φρ. Ολάντ. «Είναι κατά των μεταβιβάσεων και κατά της κοινής ανάληψης δημοσιονομικών κινδύνων. Οι εκλογές δεν το αλλάζουν αυτό – απλά αναδεικνύουν πιο γλαφυρά τις διαφορές». «Η μεγάλη αλλαγή», σημειώνει, «θα ήταν η ύπαρξη μιας χειροπιαστής πρότασης από τη Γαλλία. Ως τώρα δεν είχαμε τέτοια πρόταση, ενώ οι Γερμανοί είχαν πολύ ξεκάθαρη ατζέντα. Αν η Γαλλία θέσει στο τραπέζι συγκεκριμένες, συνεπείς προτάσεις, η Γερμανία θα μπει σε διαπραγματεύσεις – κάτι που δεν είχε συμβεί έως τώρα. Η ευθύνη στους ώμους της Γαλλίας είναι πολύ μεγάλη».

Θα επιμείνει λοιπόν ο κ. Μακρόν; «Στη σημαντική ευρωπαϊκή του ομιλία (την Τρίτη) είχε ήδη υποχωρήσει κάπως από τα αρχικά, μεγαλειώδη σχέδιά του για τη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης», σημειώνει ο Πιερ Μπριανσόν του Politico Europe. Αντ’ αυτού, σημειώνει ο Γάλλος αναλυτής, «μίλησε για ένα ευρύτερο, πιο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα. Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι πρέπει να εμπλακεί η Γερμανία στη συζήτηση για τον τελικό στόχο, χωρίς ταμπού. Προτείνοντας ολόκληρη λίστα πρωτοβουλιών σε διαφορετικούς τομείς εξυπηρετεί αυτόν ακριβώς τον σκοπό: Η Γερμανία δεν μπορεί να απορρίψει τα πάντα, όποιος κι αν είναι ο κυβερνητικός συνασπισμός».

Τι φοβούνται οι οικονομολόγοι

Τον φόβο τους για το ενδεχόμενο, μετά τις γερμανικές εκλογές, το Παρίσι και το Βερολίνο να περιοριστούν σε μία «μικρή συμφωνία» για την Ευρωζώνη, αντί για τις ρηξικέλευθες αλλαγές που απαιτούνται, εξέφρασαν την περασμένη εβδομάδα κορυφαίοι Γερμανοί και Γάλλοι οικονομολόγοι. Σε κοινό τους άρθρο που δημοσιεύθηκε στη γερμανική Frankfurter Allgemeine Zeitung και στη γαλλική Le Monde, με την υπογραφή μεταξύ άλλων του Ζαν Πισανί-Φερί, βασικού προεκλογικού συμβούλου του Εμανουέλ Μακρόν, και του Μαρσέλ Φράτσερ, επικεφαλής του γερμανικού ινστιτούτου DIW, τόνισαν την ανάγκη η Γερμανία να αποδεχθεί μεγαλύτερη αμοιβαιοποίηση του ρίσκου και η Γαλλία να πειθαρχήσει περισσότερο στους νόμους της αγοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ