ΒΙΒΛΙΟ

Από την ΥΕΝΕΔ στους Αντεργουντ

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Η «Μπονάντσα», μία από τις πιο διάσημες τηλεοπτικές σειρές γουέστερν και εξαιρετικά δημοφιλής στην Ελλάδα, ξεκίνησε να προβάλλεται στο αμερικανικό δίκτυο NBC το 1959.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αμερικάνικες σειρές
στην ελληνική τηλεόραση
Συντονισμός - επιμέλεια:
Βασίλης Βαμβακάς, Αγγελική Γαζή
εκδ. Παπαζήση

Η διείσδυση του «αμερικανικού ονείρου» στα νεοελληνικά νοικοκυριά μέσω των τηλεοπτικών σειρών συνδέεται στενά με τα πρώτα, δειλά βήματα της ελληνικής (κρατικής) τηλεόρασης (ΕΙΡΤ, ΥΕΝΕΔ), που έγιναν στη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, στην «πειραματική και συγκροτησιακή φάση» του τηλεοπτικού τοπίου (Γρ. Πασχαλίδης), με αποτέλεσμα να προσεγγίζεται συνήθως από την εγχώρια ακαδημαϊκή κοινότητα με τη δέουσα υπεροψία (χουντική υποκουλτούρα και προπαγάνδα) και τις συνακόλουθες ιδεολογικές αγκυλώσεις (αμερικανικός πολιτιστικός ιμπεριαλισμός). Επιπλέον, οι σειρές αυτές προβάλλονται πάνω σε μία θεμελιώδη, εγχώρια ιδεολογική αντίφαση και κοινωνική σύγχυση: ο παγιωμένος αντιαμερικανισμός του ελληνικού λαού δεν συμβαδίζει με τις προτιμήσεις του εκκολαπτόμενου τηλεοπτικού κοινού, καθώς οι τηλεθεατές επιμένουν «αμερικανικά», ήγουν ο «νεοελληνικός αντιαμερικανισμός» είναι περισσότερο πολιτικός παρά πολιτισμικός, όπως ορθώς επισημαίνει ο διευθυντής της σειράς Νίκος Δεμερτζής.

Ο συλλογικός τόμος, σε επιμέλεια, συντονισμό και θεώρηση των Β. Βαμβακά και Α. Γαζή, αποτυπώνει και υλοποιεί την εργώδη ομαδική προσπάθεια μιας σειράς πανεπιστημιακών να προσεγγίσουν, για πρώτη φορά στα εγχώρια ακαδημαϊκά δεδομένα, ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, αναφορικά με τον ρόλο και την πρόσληψη των αμερικανικών τηλεοπτικών σειρών (σίριαλ), καθώς και την επικυριαρχία τους σε ένα τηλεοπτικό τοπίο με αρκετές ιδιαιτερότητες.

Αυτή η πολυσχιδής έρευνα αντιστοιχεί στα διεθνή πρότυπα και προϋποθέτει μία διαφορετική ανα-γνωστική προσέγγιση (μελέτη), καθώς απευθύνεται πρωτίστως σ’ ένα ακαδημαϊκό κοινό. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο «Πρόλογος» του Ν. Δεμερτζή, η «Εισαγωγή» των επιμελητών και ιδιαίτερα το άρθρο του Γρ. Πασχαλίδη («Τηλεοπτική ψυχαγωγία 1967-1974. Τα αμερικανικά αφηγήματα συνέχειας») είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά για τον «μέσο αναγνώστη», θέτοντας το πλαίσιο της επεξεργασίας των δεδομένων και της θεωρητικής προσέγγισης που παρατίθενται, καθώς και της σχετικής ερμηνείας τους. Αν και κάποιες αναλύσεις, πρωτίστως για το διάστημα 1967-1974, λόγω ηλικίας των ερευνητών, δεν μπορούν να ενσωματώσουν το βίωμα στη θεωρητική προσέγγιση, και παρά την απουσία αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και αναλύσεων εκείνης της περιόδου, ξεχωρίζουν αρκετές κριτικές επισημάνσεις (Πασχαλίδης, Κασσαβέτη, Βαμβακάς κ.ά.), που απορρίπτουν το απλουστευτικό ερμηνευτικό μοντέλο περί ιμπεριαλιστικής διείσδυσης και χουντικής προπαγάνδας.

Σημαντικά ευρήματα

Είναι πολλά, και σημαντικά, τα ευρήματα που περιέχονται στα 14 κεφάλαια του τόμου, κινούμενα πάνω σε δύο ερευνητικούς άξονες, την απήχηση των αμερικανικών σίριαλ και τα ευρύτερα πολιτισμικά, ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά της τηλεθέασης. Κατ’ αρχάς, η διαφοροποίηση των δύο κρατικών τηλεοπτικών σταθμών («δίαυλοι», όπως αρχικά είχαν χαρακτηριστεί), ΕΙΡΤ και ΥΕΝΕΔ, που διαμορφώνουν σταδιακά τη «σοβαρή» και «ελαφρά» εκδοχή του τηλεοπτικού προϊόντος. Δεύτερον, το θεματικό εύρος των αμερικανικών σίριαλ, που «πρισματικά», συχνά εξιδανικευμένα, αποτυπώνουν δομικά στοιχεία της αμερικανικής ιστορίας (γουέστερν, πολεμικά, «διαστημικά») και κοινωνίας (αστυνομικά, κοινωνικά, νεανικά κ.ά.), όπως περιγράφεται εμπεριστατωμένα σε αρκετά, αξιόλογα κείμενα. Τρίτον, η εγχώρια παραγωγή τηλεοπτικών σειρών, σε απάντηση της «αμερικανικής εισβολής», αλλά και η προσπάθεια «ελληνοποίησης» του τηλεοπτικού προϊόντος, προσαρμοσμένου στη νεοελληνική πραγματικότητα, αρχικά, με σειρές όπως «Ο άγνωστος πόλεμος», «Ο κ. συνήγορος», «Εκείνος κι εκείνος», και συστηματικά τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα. Τέταρτον, το γεγονός, ότι η Ελλάδα, καθυστερημένα έστω, «μπαίνει» στις τηλεοπτικές συχνότητες, σε καθεστώς «εκτάκτου ανάγκης» (στρατιωτική διακυβέρνηση), άρα χωρίς τις δημοκρατικές-κοινοβουλευτικές δικλίδες, αλλά και τις ευρύτερα επικοινωνιακές, οικονομικές και εμπορικές δεσμεύσεις, πού ίσχυσαν στο ευρωπαϊκό, πρωτίστως, τηλεοπτικό τοπίο. Πέμπτον, οι τεχνολογικές (ασπρόμαυρη vs έγχρωμης τηλεόρασης) και μιντιακές (δημόσια vs ιδιωτικής τηλεόρασης, στη δεκαετία του ’90) ανατροπές, που κορυφώνονται με τα συνδρομητικά πλέον κανάλια.

Η τηλεόραση προβάλλει διαρκώς εκπομπές και «ομιλούσες κεφαλές» (talking heads), αλλά εκπέμπει (και αναπαράγει) πρωτίστως ιδεολογία, μαζί και «ψευδαισθήσεις σε μινιατούρα εικόνων» (Αντόρνο). Στη «σύντομη ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης» οι σειρές αυτές ήταν η άλλη όψη της διείσδυσης του «αμερικανικού παράγοντα». Την περίοδο της «αλλαγής» και, αργότερα, της ιδιωτικής τηλεόρασης υλοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε η «ελληνοποίηση» του προγράμματος. Σήμερα πάντως, η μάχη των συχνοτήτων έχει προσλάβει νέες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις, όπως έδειξε και η διαμάχη για τις τηλεοπτικές άδειες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ