ΕΛΛΑΔΑ

H βαριά κληρονομιά της ελληνικής κρίσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πλήθος συναρπαστικών –και στην πλειονότητά τους ανησυχητικών– δεδομένων περιλαμβάνει το τεύχος του τρίτου τριμήνου της έκδοσης «Η Ελλάς με Αριθμούς» της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Πέρα από την οικονομία –τα πλεονάσματα, το χρέος, το ΑΕΠ ξεκινά τον μακρύ δρόμο της ανάκαμψης έπειτα από μία δεκαετία σχεδόν συνεχούς κατακρήμνισης– οι αριθμοί αναδεικνύουν μία σειρά δομικών αδυναμιών και ευρείας φτωχοποίησης, που υπονομεύουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας. Από τα πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το δημογραφικό προφίλ της χώρας. 

Σύμφωνα με τη νέα έκδοση της ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης εξάρτησης της Ελλάδας –η αναλογία του μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού (ηλικίας έως 14 ετών και από 65 ετών και άνω) προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό– έχει αυξηθεί από 51,8 το 2011 σε 55,2 το 2015 (την τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία). Σημαντική είναι και η επιδείνωση του δείκτη γήρανσης (αναλογία ηλικιωμένων προς ανηλίκων κάτω των 15 ετών), από 132,9 το 2011 σε 145,5 το 2015. Ο δείκτης ολικής γονιμότητας μειώθηκε στην ίδια περίοδο από το 1,5 στο 1,3 (το επίπεδο που επιτρέπει την αντικατάσταση των γενεών χωρίς μείωση πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες είναι 2,1). Το ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων ήταν αρνητικό κάθε χρονιά σε όλη τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, με το έλλειμμα να διευρύνεται από 16.297 το 2012 σε 29.365 το 2015 (πέρυσι περιορίστηκε στις 25.894).

Ο δείκτης (23,5%) και ο απόλυτος αριθμός (1,195 εκατομμύρια) των ανέργων μπορεί να βρέθηκαν πέρυσι στο χαμηλότερο επίπεδο της πενταετίας, αλλά παραμένουν δραματικά υψηλά (οι χειρότεροι αριθμοί στην περίοδο αυτή καταγράφηκαν το 2013 – 1,33 εκατ. άνεργοι, ποσοστό 27,5%). Μια τραγική πραγματικότητα αποτυπώνεται στο ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων (χωρίς δουλειά για πάνω από 12 μήνες) επί του συνόλου: από 59,1% το 2012 έφτασε το 72% πέρυσι. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων αυτών δεν λαμβάνει καμία οικονομική στήριξη από το κράτος.

Το συνεχιζόμενο σφίξιμο που έχει επιβάλει η πολυετής ύφεση φαίνεται στα δεδομένα για τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Η δαπάνη αυτή μειώνεται κάθε χρόνο από το 2011 έως το 2015, βυθιζόμενη από τα 1.824,02 ευρώ στα 1.419,57 ευρώ. Η μείωση των δαπανών υγείας, που τείνουν να είναι ανελαστικές, είναι μικρή – από τα 114,58 σε 107,06 ευρώ. Ωστόσο, ακόμη και η κατανάλωση ειδών διατροφής έχει περιοριστεί σημαντικά (από 355,05 σε 293,30 ευρώ), ενώ οι δαπάνες για ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια έχουν περιοριστεί δραστικά, από 189,11 σε 141,05 ευρώ. Το ποσοστό του πληθυσμού που υπόκειται υλικές στερήσεις –που δεν έχει πρόσβαση σε τουλάχιστον τρία από έναν κατάλογο εννιά αγαθών και υπηρεσιών (βασικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας, αυτοκίνητο, τηλεόραση, διακοπές για μία εβδομάδα κ.λπ.)– αυξήθηκε από 28,4% το 2011 σε 38,5% πέρυσι (το αντίστοιχο ποσοστό για παιδιά ώς 17 ετών είναι 42,3%).

Και τα θετικά...

Δεν είναι όλοι οι αριθμοί αρνητικοί. Ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός της Ελλάδας αντανακλάται στην έκρηξη του αριθμού των συμφώνων συμβίωσης, από 314 το 2012 σε 3.799 πέρυσι. Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα παραμένει ελαφρώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, τόσο στους άνδρες (78,5 έτη έναντι μέσου όρου 77,9 το 2015) όσο και στις γυναίκες (83,7 έναντι 83,3 έτη την ίδια χρονιά).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ