ΕΛΛΑΔΑ

Ζώντας τέσσερις μήνες με τον εκβιασμό

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

«Εξακολουθεί να μου τηλεφωνεί και να με παρακαλάει για χρήματα. Τον έχω απειλήσει με μηνύσεις και διώξεις, τον έχω πάρει με το καλό, τον έχω σκυλοβρίσει, αλλά δεν του έχω δώσει φράγκο», αφηγείται η Καίτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Καίτη είναι 56 ετών, ζει στο κέντρο της Αθήνας και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα Φυσικής και Χημείας σε μαθητές λυκείου. Ζει μόνη της από τότε που ο σύζυγός της σκοτώθηκε, πριν από περίπου 12 χρόνια, σε αυτοκινητικό δυστύχημα στη λακωνική Μάνη, όπου επισκεπτόταν τους γονείς του. Εκτοτε, η Καίτη δημιουργεί μόνο περιστασιακές σχέσεις, διότι, όπως λέει η ίδια, «σύντροφος και σύζυγος ήταν ένας». Πριν από δύο μήνες, γνώρισε σε ένα μπαρ τον Π., 32 ετών, μόνιμο κάτοικο της επαρχίας Τρικάλων, παντρεμένο και πατέρα ενός μωρού 14 μηνών. Εκείνη ήταν με μια φίλη της, εκείνος μόνος του. Κέρασε όλα τα ποτά τους, κάθισαν για λίγο μαζί και τελικά η Καίτη και ο Π. επέστρεψαν μαζί στο ξενοδοχείο όπου διέμενε ο τελευταίος. Την επομένη, ξύπνησαν μαζί, έκαναν βόλτα στην πόλη, έφαγαν, ξαναήπιαν, επέστρεψαν στο ξενοδοχείο. Την τρίτη ημέρα άρχισε η περιπέτειά της. Διηγήθηκε στην «Κ» τους τελευταίους 4,5 φρικτούς μήνες με τον Π., ο οποίος από ένα απλό ραντεβού κατέληξε εκβιαστής της.

Εχω γνωρίσει δυο-τρεις άνδρες σε μπαρ – μέχρι και στον δρόμο μού έχει συμβεί. Πάντα είμαι προσεκτική. Προσπαθώ, τουλάχιστον στην αρχή, να είμαι καχύποπτη με κινήσεις και κουβέντες. Δεν είναι εύκολη αυτή η ζωή, έτσι δεν είναι; Θα σου πω, όμως, αυτή την ιστορία, γιατί όλοι, άνδρες και γυναίκες, κάθε ηλικίας, πρέπει να είναι τρομερά επιφυλακτικοί με τις γνωριμίες «από το πουθενά». Προσοχή, δεν εννοώ, φυσικά, να γίνουν... καλόγεροι και καλόγριες, προς θεού· απλώς πέρασα κάτι φρικτό και θέλω να το μοιραστώ, μπας και χτυπήσω ένα καμπανάκι. Τίποτε άλλο.

Αρχές Ιουνίου, λοιπόν, σε ένα κυριλάτο μπαρ κοντά στην Ομόνοια. Είμαι με την Τ., κολλητή του μακαρίτη του συζύγου μου – της χρωστάω πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης. Το καλοκαίρι έχει φτάσει, τα ρούχα είναι λιγότερα, η διάθεση αλλάζει. Λίγες ημέρες ακόμα, και τα ιδιαίτερα θα σταματήσουν, ήρθαν οι διακοπές – άνευ αποδοχών. Ο Π. –μετρίου αναστήματος, καλοχτισμένος, γοητευτικά καλοσυνάτη μορφή, με εμφάνιση στα όρια του κιτς– κάθεται μόνος του στην μπάρα. Μετά, τα γνωστά: ανταλλάσσουμε βλέμματα, μας κερνάει τα ποτά, έρχεται στην παρέα μας. Κουβέντες, γέλια, ενθουσιασμός – όχι, δεν μου πέρασε από το μυαλό τι μπορεί να θέλει ένας τριαντάρης από μια 56χρονη, σιγά το σπάνιο φαινόμενο.

Το «ψήσιμο»

Η Τ. αντιλήφθηκε πολύ σύντομα ότι η κατάσταση «ψήνεται», οπότε αποφάσισε να αποχωρήσει. Εμείς ήπιαμε ένα ακόμη ποτό και τελικά μου πρότεινε να πάμε στο ξενοδοχείο του, που ήταν εκεί κοντά. Και πήγαμε. Περάσαμε το βράδυ μαζί, αλλά και την επόμενη ημέρα, εκτός από τις περίπου έξι ώρες των ιδιαιτέρων που έπρεπε να παραδώσω. Περπατήσαμε, φάγαμε και ήπιαμε (όλα τα πλήρωσα εγώ), γελάσαμε, ξαναπήγαμε στο ξενοδοχείο. Αρνιόμουν να του προτείνω να πάμε στο σπίτι μου – εξάλλου, θα έφευγε σύντομα για το χωριό του στα Τρίκαλα, δεν χρειαζόταν να ξέρει πολλές πληροφορίες. Το δεύτερο βράδυ, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, μου λέει: «Θες να δούμε πρώτα ένα βιντεάκι να “φτιαχτούμε”;» Του άρεσε αυτό. Βέβαια, δεν έβλεπε κανένα βιντεάκι από ένα σημείο και μετά· απλώς, κατέγραφε τα πάντα.

Την επομένη το πρωί, μάζεψε τα πράγματά του και τον συνόδευσα έως τον Σταθμό Λαρίσης. Προτού επιβιβαστεί στο τρένο, μου λέει: «Θες να μου δώσεις κάνα χαρτζιλίκι για τον δρόμο;». Κατάλαβα πού το πήγαινε. Του ευχήθηκα «καλό ταξίδι» και έφυγα γρήγορα. Με το που έφυγε το τρένο, μου έστειλε ένα αρχείο στο Facebook (μέχρι εκεί τον είχα εμπιστευθεί): ήταν το βίντεο με τους δυο μας· κυρίως, βέβαια, φαινόμουν εγώ. «Τι θες; Λεφτά;» ρωτάω. Αμέσως, μου τηλεφωνεί: «Για αρχή, 200 ευρώ, για να μην το δείξω στους φίλους σου».

Ετρεξα στον Φ., φίλο μου δικηγόρο. Μου ζήτησε να μην κάνω τίποτα ακόμα, «άσε να δούμε πού το πάει πρώτα», μου είπε. Ηταν η πρώτη ημέρα μιας απαίσιας περιόδου, που κρατάει ήδη 4,5 μήνες. Πήγαινα στα τελευταία μαθήματα της σεζόν και περίμενα το πρώτο τηλεφώνημα ή το πρώτο μήνυμα από κάποιον γνωστό μου, που θα μου έλεγε ότι έλαβε «κάτι». Το έριξα στο ποτό –δεν ήταν και τόσο δύσκολο– και δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια.

Εκείνος εξακολουθούσε να παίρνει τηλέφωνο, σε κάποια απαντούσα, σε άλλα όχι. Μου έλεγε πράγματα μπερδεμένα: τη μια ότι είμαι σαν όλες τις άλλες, αλλά και τους άλλους (πήγαινε με όλα τα φύλα), την άλλη ότι θα με καταστρέψει, την τρίτη ότι θέλει να με ξαναδεί. Κι όλα αυτά, με τη μόνιμη επωδό: «Πρέπει να ταΐσω το παιδί μου». Πρέπει να ταΐσει το παιδί του...

Συνεχίζει...

Μέχρι σήμερα δεν έχει στείλει πουθενά το βίντεο – ή, τουλάχιστον, κανείς δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μου έκπληκτος και σαστισμένος. Εξακολουθεί να μου τηλεφωνεί και να με παρακαλάει για χρήματα. Τον έχω απειλήσει με μηνύσεις και διώξεις, τον έχω πάρει με το καλό, τον έχω σκυλοβρίσει, αλλά δεν του έχω δώσει φράγκο. Δέχομαι ψυχολογική υποστήριξη, λαμβάνω φαρμακευτική αγωγή και εργάζομαι κανονικά με τα ιδιαίτερά μου.  Ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα το ξεχάσει. Πάντως, ό,τι κι αν γίνει, δεν θα παίξω με τους δικούς του όρους. Εχω έτοιμο plan b, αν κάνει οποιαδήποτε κίνηση.

Δεν ξέρω εάν η «σωστή» κίνηση είναι να μην ενδώσεις ποτέ. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Δεν θέλω να τα βάλω, πάντως, με τις τυχαίες γνωριμίες ούτε, βέβαια, με την τεχνολογία. Λίγη προσοχή χρειάζεται – τίποτε παραπάνω. Ισως και βοήθεια – ψυχική και νομική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ