ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Είμαστε τίποτε άλλο πέρα από γλώσσα;»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Θανάσης Βαλτινός. Ο πεζογράφος και ακαδημαϊκός φωτογραφίζεται στην ταράτσα του σπιτιού του, στο Παγκράτι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Θανάσης Βαλτινός μένει στο Παγκράτι, σε ένα δώμα στον έβδομο όροφο. Φτάνεις με το ασανσέρ στον έκτο και ανεβαίνεις στον έβδομο από τις σκάλες. Είναι το μοναδικό διαμέρισμα. Μικρός, ασκητικός χώρος, ένα διευρυμένο φωτεινό κελί με παράθυρα ολόγυρα.

Στο εσωτερικό κυριαρχούν οι στοίβες με τα βιβλία, σκόρπια χαρτιά, ένα διπλό κρεβάτι βεβαίως (στρωμένο στην εντέλεια), έργα ζωγραφικής και διάφορες φωτογραφίες (σε μία από αυτές, ο συγγραφέας με τη στολή του ΛΟΚατζή το 1955). Εξω, η φαρδιά ταράτσα με τα λουλούδια που φροντίζει ο ίδιος και η άπλετη θέα στην Αθήνα.

Είχα επισκεφθεί σε αυτό το δώμα τον Βαλτινό για πρώτη φορά το 2002. Τότε, με αφορμή την έκδοση του δεύτερου «Αντρέα Κορδοπάτη». Τώρα, για το νέο του βιβλίο, το «Ημερολόγιο της Αλοννήσου» (πάντα από τις εκδόσεις της Εστίας). Μυθιστόρημα το χαρακτηρίζει ο ίδιος.

Ενα περίεργο μυθιστόρημα, αποσπασματικό, με ένα τρόπο που αποσυντονίζει με την πρώτη ματιά, υβριδικό ως γραφή (μάλλον πρόκειται για ένα ενιαίο κείμενο με πολλές γραφές), κυρίως όμως η έκδοση συνοδεύεται από έναν δίσκο ακτίνας.

Ουσιαστικά όλος ο μυθοπλαστικός κόσμος του βιβλίου εγκιβωτίζεται σε αυτούς τους ηχογραφημένους (εδώ και δεκαετίες) ήχους, κουβέντες, θορύβους, ανθρώπινους μα και της φύσης, τυχαία καταγεγραμμένους μα και σκόπιμα κάποτε. Ενα ambient μυθιστόρημα, τρόπον τινά, όπου οι εξωτερικοί ήχοι, με την τυχαιότητα και τη χασμωδία που τους διακρίνει, με τα κενά και τις παύσεις τους, συγκροτούν έναν αφηγηματικό κορμό που μοιάζει με ολόγραμμα: είναι και δεν είναι εκεί. Και όμως, στο τέλος, αυτό που μένει (που έμεινε σε μένα έστω) είναι η έντονη αίσθηση μιας κρυμμένης συγκίνησης, μιας φόρτισης και, κυρίως, ενός κόσμου στέρεου όσο και ρευστού, προφορικού όσο και γραπτού.

Η «Αλόννησος» βγάζει και μια βαθιά αγωνία για την ίδια τη γλώσσα, όχι φιλολογική μα καθαρά υπαρξιακή. «Αναρωτιέμαι», λέει ο Βαλτινός όταν καθόμαστε να τα πούμε εντός του δώματος, «είμαστε τίποτε άλλο πέρα από γλώσσα;».

Πιστεύει πως «οδεύουμε προς έναν αναλφαβητισμό. Δεν θα υπάρχει λόγος να μαθαίνουμε να γράφουμε. Ολα αυτά θα γίνονται ηλεκτρονικά. Στέλνουμε μηνύματα για τα πάντα. Αργότερα η ομιλία θα περιοριστεί σε πολύ στοιχειώδη πράγματα. Αυτό είναι και μια υπονόμευση και του γραπτού λόγου τελικώς. Βέβαια, η λογοτεχνία δεν θα πάψει να γράφεται. Θα περιοριστεί σε μια ακόμα μικρότερη μειοψηφία. Ο περισσότερος κόσμος θα αρκείται σε λιγότερες λέξεις. Το λες και άσκηση οικονομίας αυτό αλλά είναι και μια απανθρωποποίηση τελικά. Ο άνθρωπος θα εκφράζεται μόνον μέσα από ηλεκτρονικά μηνύματα. Αλλά θα χρειαστούν πολλές γενιές για να φύγουμε από τον Γουτεμβέργιο. Εχουμε πολλούς αιώνες Γουτεμβέργιου πίσω μας. Τα βαθύτερα και ουσιαστικότερα πράγματα, η ποίηση, το να παλεύεις να βρεις την κατάλληλη λέξη, όχι σε τεχνικό ή καλολογικό επίπεδο, αλλά ως ουσία, αυτό θα μας ακολουθεί για πολύ καιρό ακόμα. Αλλά μοιραία θα μετατοπιστεί».

Ρομπότ με σάρκα

Εκεί που ανησυχώ διότι αισθάνομαι ότι ακούω ακόμα μία καταδίκη των νέων τεχνολογιών από έναν άνθρωπο άλλης γενιάς, ο Βαλτινός με εκπλήσσει και πάλι. «Δεν είμαι απαισιόδοξος», διευκρινίζει. «Μια διαπίστωση κάνω. Απλώς θα αλλάξει στο απώτερο μέλλον η σχέση μας με τη γλώσσα. Η γλώσσα όμως είναι μια σωματικότητα αλλά είναι και κάτι παραπέρα από αυτό. Υπάρχουμε μέσα στη γλώσσα και αναρωτιέμαι αν μπορούμε να υπάρξουμε εκτός γλώσσας. Δηλαδή ουσιαστικά και η σωματική μας ύπαρξη μέσα από τη γλώσσα καθορίζεται κατά κάποιο τρόπο. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν ηλεκτρονικά ξεπεραστεί η ανάγκη της γλώσσας, τι θα γίνει ο άνθρωπος. Πώς θα είναι; Ισως ένα είδος ρομπότ με σάρκα. Η ανθρώπινη ευαισθησία δεν θα χαθεί αλλά πώς θα διαφοροποιηθεί; Πού θα πάει; Αναρωτιέμαι. Η “Αλόννησος” λοιπόν είναι ένα προοίμιο μιας κατάστασης που έρχεται. Νομίζω ότι θα βγαίνουν μυθιστορήματα με ψηφιακές εικόνες και ήχους».

Η «Αλόννησος» έχει την προϊστορία της, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Πάγια, εξάλλου, τακτική του συγγραφέα («νεύρωση», την ονομάζει ο ίδιος γελώντας) η μακρά κυοφορία. «Δεν λειτουργώ με έναν συγκεκριμένο εκδοτικό τρόπο», σχολιάζει. «Βγάζω κάτι προς τα έξω όταν έχει κλείσει οριστικά μέσα μου. Ολα μου τα βιβλία είχαν χρόνια παραμονής μέσα σε συρτάρια προτού εκδοθούν. Πρέπει να είμαι σε μια κατάσταση κατά την οποία να πω “φύγε τώρα”. Είναι κάτι εσωτερικό. Δεν βιάζομαι».

«Εστηνα αυτί από μικρός»

Τον ρωτώ πώς γίνεται και η έννοια του ημερολογίου επανέρχεται διαρκώς στα γραπτά του με διάφορους τρόπους. «Εως ένα σημείο, μπορεί να είναι ένα τέχνασμα, να με βολεύει για να παρουσιάσω ένα θέμα», απαντά ήρεμα. «Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν λειτουργώ εκτός των πραγμάτων που ζω, μιας ορισμένης ατμόσφαιρας, και μου είναι αναγκαίο να έχω ένα στέρεο έδαφος από κάτω μου. Βεβαίως, αποδομώ την ίδια την ημερολογιακή γραφή. Αφησε που δεν κρατώ ποτέ ημερολόγια ο ίδιος. Μόνον στην Αμερική μια εποχή είχα κρατήσει κάποιες σημειώσεις. Δεν ξέρω καν πού είναι. Και δεν είναι για να βγούνε προς τα έξω· αφορούν πολύ προσωπικά πράγματα. Γυναίκες». Για τον Βαλτινό, κεφαλαιώδους σημασίας στην όλη εσωτερική διεργασία της γραφής είχε πάντοτε η ακοή. «Από μικρός», λέει, «έστηνα αυτί. Χωρίς να το συνειδητοποιώ. Τραγούδια δημοτικά, μοιρολόγια, παραμύθια, εκκλησιαστικοί ύμνοι, καθημερινές αφηγήσεις, των ανδρών απ’ τους πολέμους στα καφενεία. Είναι τα σχολεία μου, είναι οι ρίζες μου. Η γλώσσα των παραμυθιών. Αυτοί οι διασκελισμοί, τα άλματα από χρόνους σε χρόνους. Ενας ολόκληρος κόσμος. Και, ασυνείδητα, αυτά σε οδηγούν: πώς να τοποθετήσεις το θέμα σου, την ιστορία σου».

Το μαγνητόφωνο

«Αγαπούσα πάντοτε το μαγνητόφωνο. Ενα μεσημέρι έτρωγα σε μια ταβέρνα που υπήρχε στη Μηλιώνη, “Τα παιδιά του Πειραιά”. Τότε η Μηλιώνη δεν ήταν πιάτσα, ερημιά ήταν. Τέλη του ογδόντα προς ενενήντα νομίζω. Μια φορά είχα απέναντί μου ένα ζευγάρι, όχι νέων ανθρώπων. Ο άνδρας πρέπει να ήταν διπλωμάτης ή κάτι τέτοιο. Και πρέπει να είχαν κάποτε ερωτική σχέση. Ηταν τόσο γυμνός στη συμπεριφορά του, απέναντι στον εαυτό του. Κοίταξε, έλεγε, ούτε το κρέας δεν είμαι ικανός να κόψω. Μολονότι ήταν σε καλή φυσική κατάσταση είχε μια επίγνωση της φθοράς του. Πώς κατάντησα, έλεγε. Πώς θα βγω αύριο απ’ το αεροπλάνο; Μα τι λες τώρα, του έλεγε εκείνη. Προσπαθούσε να τον ενθαρρύνει. Αλλά από τη δική του μεριά υπήρχε μια αδυσώπητη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του. Μου έμεινε η συζήτησή τους. Ηταν ένα μονόπρακτο καταπληκτικό. Πολύ πιο προχωρημένο ακόμα και από έναν Μπέκετ. Μαγνητόφωνο να είχες εκείνη τη στιγμή να τους πάρεις. Γι’ αυτό πρέπει να έχεις καλό αυτί».

Περί ερώτων ανεκπλήρωτων

Οι αφηγήσεις του Βαλτινού είχαν πάντοτε κάτι πηγαίο, φυσικό, μια ροή. Κι όμως, ειδικά μετά τα «Τρία ελληνικά μονόπρακτα» (1978), δεν έκανε τίποτα άλλο από το να υπονομεύει κάθε έννοια γραμμικής αφήγησης. «Μπορεί να μην ακολουθώ μια στενά γραμμική αφήγηση αλλά δεν την απορρίπτω», διευκρινίζει. «Ολα είναι ζήτημα λειτουργικότητας, ανάλογα με την περίπτωση. Πώς λειτουργεί μια ιστορία, μια γλωσσική κατάσταση. Δεν υπάρχουν συνταγές. Προσωπικά δεν ακολούθησα και ποτέ ένα προσχέδιο δίχως να το ανατρέψω».

Ενα στοιχείο που επαναλαμβάνεται στην «Αλόννησο» είναι αυτό της θάλασσας (ο ίδιος ο τίτλος σε προδιαθέτει εξάλλου ανάλογα). Λέω στον συγγραφέα (που μικρός έζησε αρκετά στην Τρίπολη) ότι δεν τον είχα ποτέ για «θαλασσινό» μολονότι μένει αλησμόνητη από την πρώτη πρώτη ανάγνωση εκείνη η λαχτάρα για τη θάλασσα στην «Κάθοδο των Εννέα». «Ξέρεις», αρχίζει να λέει, «χρειάστηκε να φτάσω στα έντεκα για να δω θάλασσα για πρώτη μου φορά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η θάλασσα δεν υπήρχε μέσα μου. Σαν ένας μακρινός έρωτας, σαν προοπτική, ένας ορίζοντας απαγορευμένος, ένα όνειρο».

Εχει δίκιο: Στον «Ανάπλου» η σκηνή αυτής της πρώτης φοράς που ένα αγόρι αντικρίζει τη θάλασσα είναι καταγεγραμμένη με μοναδική δύναμη.
Βεβαίως, η θάλασσα έχει και ένα έντονα ερωτικό στοιχείο: αλμύρα, υδάτινα πάθη, καημοί ανομολόγητοι. Σχεδόν σε όλα τα βιβλία του Βαλτινού αυτό το μοτίβο: ανεκπλήρωτοι έρωτες – σα να είναι οι μόνοι αληθινοί έρωτες. «Διότι», όπως έχει γράψει κάπου, «τι σόι έρωτες θα ήταν»;

Γελάει όταν σπρώχνω τη συζήτηση προς αυτό το θέμα. «Οι ολοκληρωμένοι έρωτες καταντούν συνήθως ένα κενό ασκί, μια συμφορά», αποφαίνεται με την παροιμιώδη ηρεμία του. «Στην “Αλόννησο”, οι γυναίκες αυτές βασανίζονται από κάποιον άνδρα που ποθούν. Αλλά βασανίζουν και τον άνδρα αυτό. Θα σου πω μια ιστορία: Στην έκτη δημοτικού ήμουν πολύ ερωτευμένος με την κόρη του θεολόγου μας. Το σχολείο μας ήταν αρρένων αλλά ο θεολόγος έφερνε εκεί την κόρη του. Μέγας έρως που δεν εκπληρώθηκε και δεν ομολογήθηκε ποτέ, πουθενά και σε κανέναν. Μαθαίνω πριν από μερικά χρόνια ότι το κορίτσι εκείνο, γυναίκα πια, είναι σύζυγος ενός ανθρώπου που κινείται σε έναν ευρύ κύκλο γνωριμιών μου. Κανόνισα να φάμε σε ένα σπίτι και να την προσκαλέσουν, Κυριακή μεσημέρι, με κάποιο πρόσχημα άσχετο. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Και ήρθε. Και δεν απογοητεύτηκα. Περίμενα ίσως ότι ο χρόνος θα είχε βαρύνει από πάνω της. Είχε παχύνει κάπως, εγώ τη θυμόμουν βέργα, τα κιλά της ηλικίας, στα ογδόντα τέσσερά της εξάλλου. Συνομήλική μου. Είχε φροντίσει τον εαυτό της, κοκέτα, πολύ προσεγμένη, από φυσικού της. Δεν ήξερε καν ποιος είμαι. Και ήταν αξιοπρεπέστατη. Δεν έλεγε ανοησίες. Τόσα χρόνια μετά, ήταν συγκινητικό για μένα όλο αυτό.

Και δεν έμαθε ποτέ της πόσο την είχα ερωτευτεί. Αυτά κρατιούνται μέσα σου. Ετσι μένουν αλησμόνητα. Θα μπορούσε να είναι μια βαθύτατη απογοήτευση βέβαια αλλά η ποιητική ανάμνηση που είχα δεν γκρεμίστηκε. Αυτοί οι έρωτες σε ζουν, σε ακολουθούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ