ΚΟΣΜΟΣ

Νομπέλ Eιρήνης με μήνυμα κατά πυρηνικών

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

Πρόσφατη διαμαρτυρία της ICAN κατά της ρητορικής κλιμάκωσης των Τραμπ και Κιμ έξω από την αμερικανική πρεσβεία στο Βερολίνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα είναι σοβαρότερος τώρα από ό,τι ήταν εδώ και πολλά χρόνια. Kάποια κράτη εκσυγχρονίζουν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια και υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να επιζητήσουν και άλλες χώρες να αποκτήσουν πυρηνικά, όπως δείχνει το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας». Τα «κάποια κράτη» που ανέφερε διπλωματικά η χθεσινή δήλωση του επικεφαλής της νορβηγικής επιτροπής Νομπέλ είναι, πρώτα και κύρια, οι ΗΠΑ, που εκσυγχρονίζουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο με στόχο να γίνουν η πρώτη δύναμη στην παγκόσμια ιστορία που μπορεί να κερδίσει πυρηνικό πόλεμο με πρώτο πλήγμα.

Πρόκειται για επιδίωξη με άκρως αποσταθεροποιητικές συνέπειες, ιδίως σε συνδυασμό με την υπόσχεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι «θα ξαναρχίσει επιτέλους η Αμερική να κερδίζει πολέμους». Οσο περισσότερο πιστέψει η Ουάσιγκτον ότι μπορεί να καταστρέψει ολοκληρωτικά μια πυρηνική δύναμη με ένα αιφνιδιαστικό σαρωτικό πλήγμα και χωρίς αντίποινα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να αποτολμήσει κάτι τέτοιο, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη ζωή στον πλανήτη.

Η ομπρέλα οργανώσεων ICAN, που τιμήθηκε με το φετινό Νομπέλ, πέτυχε να υπογραφεί το καλοκαίρι η διεθνής συνθήκη που θέτει τα πυρηνικά όπλα εκτός διεθνούς δικαίου, νομικό εργαλείο που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο σε ένα μελλοντικό ισχυρό παγκόσμιο αντιπυρηνικό κίνημα. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, η μόνη συμφωνία που έχει συμβάλει ουσιαστικά στην αποτροπή της διάδοσης των πυρηνικών είναι η συμφωνία που υπέγραψαν οι μεγάλες δυνάμεις με το Ιράν. Τη συμφωνία αυτή έχει αποφασίσει τώρα να καταγγείλει ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ, σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας «Ουάσιγκτον Ποστ». Ο Τραμπ έχει περιθώριο έως τις 15 Οκτωβρίου προκειμένου να εκφέρει την άποψή του, κάτι που θα δώσει στο Κογκρέσο τη δυνατότητα να την τορπιλίσει επιβάλλοντας νέες κυρώσεις εντός 60 ημερών. Τις τελευταίες ημέρες, ανώτατοι αξιωματούχοι όπως ο υπ. Αμυνας Τζέιμς Μάτις και ο επικεφαλής του γενικού επιτελείου, στρατηγός Ντάνφορντ, έχουν εκφραστεί υπέρ της συμφωνίας, ενώ αναφανδόν υπέρ της συμφωνίας είναι και οι τρεις ευρωπαϊκές χώρες που την έχουν συνυπογράψει (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία). Στις δημοσκοπήσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων είναι υπέρ της συμφωνίας, ενώ υπέρ τάχθηκε ακόμη και ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Ισραήλ.

Αντιθέτως, τον Τραμπ ενθαρρύνει ο σημαντικότερος χορηγός της προεκλογικής του εκστρατείας, ο δισεκατομμυριούχος Σέλντον Αντελσον, ο οποίος το 2013 είχε ταχθεί υπέρ αμερικανικού πυρηνικού πλήγματος εις βάρος του Ιράν. Ο Αντελσον είναι επίσης ιδιοκτήτης μεγάλης ισραηλινής εφημερίδας που στηρίζει τον πρωθυπουργό Νετανιάχου, έναν ακόμη ορκισμένο εχθρό της πυρηνικής συμφωνίας. Αν ο Τραμπ όντως προχωρήσει στην καταγγελία της συμφωνίας, οι πιέσεις θα μεταφερθούν στο Κογκρέσο.

Ο Λευκός Οίκος δεν μιλάει για κατάργηση της συμφωνίας αλλά για επαναδιαπραγμάτευσή της, ώστε να υπάρξουν αυστηρότερες επιθεωρήσεις των ιρανικών εγκαταστάσεων, να παραταθεί η περίοδος ισχύος της συμφωνίας και να καλύπτεται όχι μόνο ο εμπλουτισμός ουρανίου αλλά και το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα. Πρόκειται για όρους που η Τεχεράνη δεν πρόκειται να αποδεχθεί, εάν οι ΗΠΑ δεν διορθώσουν στοιχεία της συμφωνίας τα οποία η ίδια δεν βρίσκει ικανοποιητικά. Στην πράξη, οι συζητήσεις περί επαναδιαπραγμάτευσης της συμφωνίας είναι ένας τρόπος να επιδιώξουν οι ακραίοι κύκλοι πίσω από τον Ντόναλντ Τραμπ την κατάργηση της συμφωνίας, μεταθέτοντας την ευθύνη στην Τεχεράνη.

Πολυετής προσπάθεια

Η συμφωνία, γνωστή ως Κοινό Συνολικό Σχέδιο Δράσης (JCPAC), ήταν καρπός πολύ δύσκολης διπλωματικής προσπάθειας και πολυετούς, σταδιακής οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ η μεγάλη γεωπολιτική σημασία της διατάραξε τις ισορροπίες στο καίριο τρίγωνο ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν. Προκειμένου να αποκατασταθούν οι σχέσεις του με τη διεθνή κοινότητα, το Ιράν δέχθηκε να μην εμπλουτίζει ουράνιο για τα πυρηνικά του εργοστάσια και να στείλει στο εξωτερικό τις ποσότητες που είχε ήδη παρασκευάσει. Ο στόχος των μεγάλων δυνάμεων ήταν, αν ποτέ η Τεχεράνη αποφάσιζε να αποκτήσει πυρηνική βόμβα, να μην έχει πρώτες ύλες. Η μεταρρυθμιστική κυβέρνηση του Ροχανί είχε κρίνει πως η συμφωνία ήταν προς το συμφέρον του Ιράν, αφού ούτως ή άλλως δεν είχε στο πρόγραμμα να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Αν όμως αυτή καταρρεύσει, τα ιρανικά σχέδια –και οι πολιτικοί συσχετισμοί στο εσωτερικό της χώρας– μπορεί να αλλάξουν, δικαιώνοντας τον Νορβηγό αξιωματούχο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ