Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Δρόμοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Μπορεί κανείς να σπάει πλάκα με τον εξωγήινο του Υμηττού. Μπόρεσε σίγουρα ο πρωθυπουργός, που είδε χθες ευκαιρία για τρολάρισμα. Ομως, παρασυρόμενος κανείς από τη γραφικότητα του παραδείγματος που επιστράτευσε ο πρόεδρος της Ν.Δ., χάνει την ευκαιρία να σκεφτεί τι έγινε χθες στη Βουλή.

Τι έκανε ο Μητσοτάκης – εκτός από το να επικαλεστεί την περίπτωση ενός διαταραγμένου νέου που του διηγήθηκε ένας ψυχίατρος; Η εύκολη απάντηση είναι ότι ακολούθησε την ασφαλή οδό. Απέφυγε να διχάσει την κοινοβουλευτική του ομάδα. Απέφυγε να ερεθίσει την Εκκλησία και τη συντηρητική κομματική του βάση. Επέλεξε τακτικιστικά την καταψήφιση, προκειμένου να εκθέσει για μία ακόμη φορά τη σχιζοειδή φύση του κυβερνητικού συνεταιρισμού.

Ομως, ο Μητσοτάκης δεν έκανε μόνο αυτό. Αν ήθελε να υπεκφύγει, θα είχε επιλέξει την αγέρωχη, γεννηματική μέθοδο – την παπίσια απουσία του «παρών». Αντιθέτως, εκείνος υπερασπίστηκε επί της αρχής το δικαίωμα στην αλλαγή ταυτότητας φύλου με έναν τρόπο που ούτε τις αρχιερατικές βουλές έλαβε υπ’ όψιν, ούτε τις προκαταλήψεις, των οποίων όμηροι αποδείχθηκαν τις τελευταίες ημέρες ορισμένοι βουλευτές του. Η θέση του αυτή ερμηνεύθηκε, παρ’ όλα αυτά, ως οπισθοχώρηση στα παλαιοκομματικά στάνταρ της Ν.Δ. Για να υιοθετήσει κανείς αυτή την ερμηνεία, θα πρέπει να είναι σε θέση να φανταστεί κάποιον –οποιονδήποτε– από τους προηγούμενους αρχηγούς της Δεξιάς να ανεβαίνει στο βήμα για να υπερασπιστεί τον αυτοπροσδιορισμό των διεμφυλικών. Θα πρέπει δηλαδή να έχει εξωγήινη φαντασία.

Αρα; Δεν ήταν η στάση και η ψήφος του Μητσοτάκη προϊόντα κομματικού υπολογισμού; Δεν έβαλε στη φόρμουλά του την ιατρική γνωμάτευση ως παραχώρηση στις επιφυλάξεις μιας καχύποπτης κοινής γνώμης;

Η δεοντολογία της φιλελεύθερης πρωτοπορίας απαιτούσε από τον πρόεδρο της Ν.Δ. να αγνοήσει τον αντίκτυπο των αποφάσεών του στην πλειοψηφία. Ομως ο αρχηγός της αντιπολίτευσης δεν απευθύνεται σε ακροατήριο σεμιναρίου. Απευθύνεται σε όλη την κοινωνία – μια κοινωνία πολιτισμικά ομοιογενή, στην οποία κυριαρχούν το σέβας προς τον Ιερώνυμο και το δέος προς τον Πούτιν. Μια κοινωνία που δεν έχει μόνο τσέπες· έχει και ισοδύναμες μεταϋλιστικές ανασφάλειες.

Ο ένας δρόμος είναι να αψηφά κανείς αυτές τις ανασφάλειες από θέση ηθικής και πολιτισμικής ανωτερότητας. Ο άλλος είναι να τις υποδαυλίζει, μετατρέποντάς τες σε καύσιμο της ανόδου στην εξουσία. Ο ένας είναι ο ελιτισμός που δεν κερδίζει εκλογές. Και ο άλλος ο λαϊκισμός που τα θυσιάζει όλα για να τις κερδίσει – με τις γνωστές θεσμικές, οικονομικές και οικολογικές συνέπειες.

Το ερώτημα είναι αν υπάρχει τρίτος δρόμος· αν υπάρχει πολιτικός λόγος που θα έχει πλειοψηφική αναφορά –δηλαδή ενωτικό, συμφιλιωτικό περιεχόμενο– που θα καλλιεργεί την κοινή ταυτότητα, χωρίς να ισοπεδώνει τη διαφορετικότητα, χωρίς να παραιτείται από την αξίωσή του να καθοδηγεί. Μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα έδωσε χθες ο Μητσοτάκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ