Θα είχε ενδιαφέρον να καταγράφαμε το σάστισμα του ανυποψίαστου αναγνώστη που ανοίγει τους «Τυφλούς» και διαβάζει στις πρώτες σελίδες του «προθαλάμου» το παραλήρημα κάποιου που ασφυκτιά σε ένα «υπόγειο που μοιάζει με μεταλλικό υπογλώσσιο ενός γαλαξιακού δράκου». Ήταν μία από τις πρώτες μου ερωτήσεις όταν συναντήθηκα με τον Νίκο Μάντη: ποιες ήταν οι αρχικές αντιδράσεις των ανθρώπων που διάβασαν το βιβλίο του πριν αυτό εκδοθεί και τα σχόλια όσων εμπιστεύτηκε για μια πρώτη γνώμη.

Χαμογέλασε τότε και παραδέχτηκε ότι οι απαντήσεις που έλαβε, όπως όμως περίμενε, ήταν πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. «Φυσικά, κανείς δεν μου είπε ότι βρήκε το βιβλίο ευκολοδιάβαστο ή ότι το τελείωσε μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, ότι ταυτίστηκε με τους χαρακτήρες ή οτιδήποτε τέτοιο. Άκουσα θετικά σχόλια, άκουσα και αρνητικά». Το χειρότερο; «Ότι, αφού είμαι καλός συγγραφέας, γιατί έγραψα κάτι που δεν διαβάζεται;»

Οι «Τυφλοί» (εκδ. Καστανιώτη) είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα ελληνικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια. Τόσο επειδή ο συγγραφέας επιλέγει να διατρέξει τη σύγχρονη ιστορία της χώρας και να σκαλίσει «επικίνδυνα» θέματα, όπως το φαινόμενο της ακροδεξιάς, αλλά κυρίως επειδή το κάνει χρησιμοποιώντας έναν λόγο πολύπλοκο και μια δομή λαβυρινθώδη, που παραπέμπει στις μεγάλες μεταμοντέρνες αφηγήσεις ξένων δημιουργών. Θα υπάρξουν αναγνώστες που θα βρουν το βιβλίο χαοτικό και δύσκολα προσεγγίσιμο και άλλοι που ίσως εξαντληθούν από την πληθωρικότητα ή ακόμα και τον όγκο του (608 σελ.). Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι το βιβλίο είναι απαιτητικό και ότι απευθύνεται στους καλά διαβασμένους που θα εκτιμήσουν τα στοιχεία της διακειμενικότητάς του. Ή θα μπορούσαμε απλώς να θαυμάσουμε το μέγεθος του επιτεύγματος του Νίκου Μάντη. Το βιβλίο του είναι σπάνιο. Οι συχνά ατέλειωτες προτάσεις του μοιάζουν να καταλήγουν στο κενό πριν επιδέξια βρεθούν σε ισορροπία, οι αφηγηματικές του ακροβασίες δημιουργούν ένα τεχνικά συναρπαστικό σύνολο και τα ευφάνταστα μονοπάτια μέσω των οποίων ο συγγραφέας συνδέει την πρόσφατη ιστορία με το παρόν αναδεικνύουν τελικά την «τύφλωση» της σύγχρονης Ελλάδας. 

Διαβάζοντας τους «Τυφλούς», σκεφτόμουν ότι επρόκειτο για ένα έργο που ο συγγραφέας ετοίμαζε όλη του τη ζωή, δουλεύοντας την κάθε πρόταση ξανά και ξανά μέχρι να την αποδεχτεί ως τέλεια – αυτή η εκτίμηση αποδείχτηκε άστοχη, τουλάχιστον εν μέρει: «Το βιβλίο υπήρχε στο μυαλό μου σε συμπυκνωμένη μορφή εδώ και 17 χρόνια», μου είπε, «αλλά το έγραψα μέσα σε πέντε μήνες και όταν το τελείωσα, ένιωθα σαν να είχε βγει από μέσα μου». Βλέποντάς με να απορώ, συνέχισε: «Έγραφα με ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Το διάστημα της πρώτης γραφής ήταν τόσο έντονο, που είχα φτάσει να νιώθω σωματική εξάντληση. Αλλά αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργώ ως συγγραφέας, δεν γράφω ποτέ από συνήθεια ή για να κρατάω το χέρι μου απασχολημένο. Όταν ξεκινάω να γράφω, σημαίνει ότι έχω φτάσει σε ένα σημείο που για να εκφράσω τη δημιουργική μου ανάγκη πρέπει να αφοσιωθώ απόλυτα στο κείμενό μου, και τότε βγαίνω από τη φυσιολογική ροή της ζωής μου, γίνομαι αγνώριστος, εξαφανίζομαι».  

«Αυτό που ήθελα να γράψω»

Είναι το πέμπτο βιβλίο του Νίκου Μάντη (μεταξύ των οποίων τα βραβευμένα «Πέτρα, Ψαλίδι, Χαρτί» και «Άγρια Ακρόπολη»), αλλά, όπως μου είπε, θα πετούσε χωρίς δεύτερη σκέψη όλα τα προηγούμενα και θα κρατούσε μόνο τους «Τυφλούς». «Είναι αυτό που πάντα ήθελα να γράψω, ένα βιβλίο με επίκεντρο την Αθήνα, που να αφορά τους ανθρώπους της και τη σύγχρονη ζωή, αλλά που με κάποιον τρόπο να συνδέεται με το παρελθόν, δημιουργώντας ένα πλέγμα από τη μυθολογία, την πρόσφατη ιστορία, αλλά και τους αστικούς θρύλους και τις θεωρίες συνωμοσίας». Στις σελίδες του διαβάζουμε για την περίοδο της δικτατορίας, την τρομοκρατία και τις ακροδεξιές οργανώσεις, για την τρέχουσα οικονομική κρίση, τις υπόγειες στοές της Αθήνας, τη σύνδεση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους προγόνους, για απίθανες θεωρίες και αδιανόητες καταστάσεις, για τη CIA και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για το χάος στο οποίο κινούμαστε ως κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες.

Η ιστορία μοιράζεται σε τρία χρονικά επίπεδα (1972, 1985, 2011), με την αφήγηση να ξεκινά από το τέλος, στο αθηναϊκό καλοκαίρι των Αγανακτισμένων του Συντάγματος («η Αθήνα ήταν ένα πολύ συναρπαστικό μέρος εκείνη την περίοδο, γεμάτη κόσμο που έψαχνε να βρει ο καθένας τον δικό του μίτο», λέει ο ίδιος) με την εξαφάνιση μιας κοπέλας, η αναζήτηση της οποίας από τον ολίγων ημερών συγκάτοικό της θέτει τα γρανάζια της πλοκής σε λειτουργία. Πού είναι η Σοφία; Ο συγγραφέας την κρύβει στον σκοτεινό λαβύρινθο των πρόσφατων δεκαετιών, ζωντανεύοντας μια κρυφή Αθήνα που οικοδομήθηκε από τη φαντασία των μεγαλύτερων συνωμοσιολόγων. Κεντρική φιγούρα είναι ο Γιώργος Καρζής, ένας πανταχού παρών (και απών) χαρακτήρας που λειτουργεί ως «συγκολλητικό υλικό», ο άλλοτε εύζωνας της δικτατορίας με τα δίχρωμα μάτια και τις τηλεπαθητικές ικανότητες, μια «προικισμένη προσωπικότητα» που κινείται μυστηριωδώς και υπογείως μέχρι το παρόν. Είναι ο αλλόκοτος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ο μύθος της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

«Αν κάποιος μου έλεγε πριν από δέκα χρόνια ότι θα έγραφα ένα πολιτικό βιβλίο, θα το θεωρούσα απίθανο. Η πραγματικότητα όμως μολύνει», λέει ο ίδιος, αλλά παραδέχεται ότι δεν έχει να δώσει καμία πρωτότυπη απάντηση σχετικά με το πώς δημιουργήθηκε αυτό το παρανοϊκό ελληνικό σύμπαν που περιγράφει στο βιβλίο του και ότι και αυτός νιώθει να βρίσκεται σε σύγχυση προσπαθώντας κάπως να προσανατολιστεί. «Θα μπορούσα να επικαλεστώ το έλλειμμα παιδείας που γράφαμε και στις εκθέσεις του σχολείου», λέει, «αλλά αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι η κουλτούρα που έχουμε καλλιεργήσει ως λαός, να νιώθουμε πάντα τα θύματα της ιστορίας. Αυτό μας εμποδίζει να αναλογιστούμε τις δικές μας πράξεις και ζούμε τη συλλογική μας ζωή χωρίς κανένα αίσθημα ευθύνης».

Χωρίς οδηγίες χρήσεως

Ένα από τα έξι μέρη του βιβλίου τιτλοφορείται «Σύντομο μουσικό διάλειμμα» και αποτελείται από μια πενηντασέλιδη συζήτηση για τη σχέση της ακροδεξιάς με την πανκ μουσική που πραγματοποιείται από τα μέλη κάποιου διαδικτυακού χώρου – «χρωστάω πολλά στο ελληνικό ίντερνετ», λέει ο συγγραφέας, που ειδικά για το συγκεκριμένο κεφάλαιο βασίστηκε σε αντίστοιχες αληθινές συζητήσεις που βρήκε σε ελληνικά μπλογκ και φόρουμ. Πέραν αυτού, στις επιρροές του αναφέρει τον Έκο («η εισαγωγή συνειδητά παραπέμπει στο “Εκκρεμές του Φουκώ”»), τον Πίντσον («που χρησιμοποιεί τις μοντέρνες παράνοιες για να χαρτογραφήσει κόσμους, με τους ανθρώπους να κινούνται στην πραγματικότητα, αλλά με δικές τους συντεταγμένες»), τον Παμούκ («το πάντρεμα του στυλ και της αφήγησής του δημιουργεί τρομερές εκρήξεις») και τον Μπόρχες («αν και υπό μια έννοια το βιβλίο είναι εντελώς αντι-Μπόρχες, πολλές αναφορές αντλούν έμπνευση από αυτόν»). Αν μπορούσε, λέει, θα ήθελε να διαβάζει όλη μέρα.
Όταν ήταν μικρός, ήθελε να γίνει ζωγράφος. Αργότερα ξεκίνησε να γράφει, αλλά τα πρώτα του γραψίματα ήταν ποιητικά και θεατρικά, και μάλιστα για ένα διάστημα πειραματίστηκε με την υποκριτική («για να καταλάβω ότι δεν πρέπει να ασχοληθώ άλλο»). Έπειτα αφοσιώθηκε στην πεζογραφία. Σε μια παράλληλη ζωή σπούδασε στη Νομική και σήμερα εργάζεται στον δημόσιο τομέα.

Το όνομα «Μάντης» είναι ψευδώνυμο, αλλά, όταν τον ρωτάω, μου ζητά να δεχτώ ότι δεν υπάρχει καμία ωραία ιστορία σχετικά με αυτό. Σε γενικές γραμμές δεν του αρέσει να φαίνεται. Στη λογοτεχνική ζωή της χώρας, ως φυσική παρουσία, κινείται μάλλον διακριτικά. Κοινωνικά δίκτυα δεν έχει. «Όχι από άποψη, είναι απλή αδιαφορία», λέει. «Γενικότερα τις τεχνολογικές εξελίξεις τις ακολουθώ ασθμαίνοντας. Πρέπει να είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που αποχωρίστηκε το walkman. Το κινητό μου είναι αυτό (σ.σ. μου δείχνει ένα μοντέλο από άλλη εποχή) και πριν από αυτό δεν είχα καν κινητό. Δεν μπορώ τα γκάτζετ, με αγχώνει απίστευτα οτιδήποτε απαιτεί από μένα να μάθω πώς δουλεύει και σιχαίνομαι τα μάνιουαλ». Είναι ευτύχημα λοιπόν που οι οδηγίες χρήσης για τη συγγραφή ενός σπουδαίου βιβλίου βρίσκονται κωδικοποιημένες σε κάποιο σημείο των ιδιοφυών λογοτεχνικών μυαλών – ένα τέτοιο φαίνεται ότι διαθέτει ο Νίκος Μάντης.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ