ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρωταθλήτρια σε ερευνητές η Ελλάδα, αλλά ουραγός σε καινοτόμα προϊόντα

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

Η Ελλάδα το 2015 δαπάνησε μόλις το 0,97% του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην τελευταία έκθεση για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα που δημοσιοποίησε στα τέλη Σεπτεμβρίου το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum - WEF), όπου συνολικά εξετάζονται οι επιδόσεις των χωρών ως προς 134 κριτήρια, η Ελλάδα είχε μια πρωτιά. Σε σύνολο 137 χωρών που αξιολογούνται στην εν λόγω έκθεση κατείχε την 1η θέση ως προς το ποσοστό του πληθυσμού που είναι εγγεγραμμένο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επιπλέον, κατατάσσεται σε υψηλή θέση, στη 10η συγκεκριμένα, ως προς τη διαθεσιμότητα επιστημόνων και μηχανικών. Αλλωστε, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), στην Ελλάδα το 2015 αναλογούσαν 8,72 ερευνητές ανά 1.000 εργαζομένους, πάνω από τον μέσο όρο των χωρών-μελών του διεθνούς οργανισμού, που ήταν 8,29 ερευνητές ανά 1.000 εργαζομένους. Ωστόσο, όταν αξιολογείται ως προς την ικανότητά της να καινοτομεί, η Ελλάδα υποχωρεί στην 85η θέση.

Τούτο, πέρα από το γεγονός ότι ωθεί πολλούς επιστήμονες και γενικότερα άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου να εγκαταλείπουν τη χώρα, αναζητώντας καλύτερη τύχη αλλού, διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα τη συμμετοχή της Ελλάδας στις λεγόμενες παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Το τελευταίο αποτυπώνεται κυρίως στα στοιχεία των εξαγωγών, οι οποίες ναι μεν αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, όχι όμως σε ιδιαιτέρως ικανοποιητικά επίπεδα, καθώς η Ελλάδα παραμένει κυρίως χώρα εξαγωγής πρώτων υλών και εν γένει ενδιάμεσων αγαθών και όχι τελικών αγαθών που φέρουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ για τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, μόνο το 47% των εξαγωγών της Ελλάδας ήταν τελικά προϊόντα. Στον κλάδο της μεταποίησης και εάν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, το ποσοστό τελικών προϊόντων είναι πολύ χαμηλότερο, 38%, ενώ στον κλάδο γεωργίας-κτηνοτροφίας, 44%.

Το πρόβλημα είναι, όπως έχει επισημανθεί και σε σχετική μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, ότι, ακόμη και όταν η Ελλάδα πραγματοποιεί εξαγωγές με μεγάλο περιεχόμενο προστιθέμενης αξίας, δεν αφορούν δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας ή έντασης γνώσης, αφού αναφέρονται κυρίως στις μεταφορές και την αποθήκευση, τα πετρελαιοειδή προϊόντα και τα βασικά μέταλλα. Γιατί συμβαίνει το παραπάνω; Ας ανατρέξουμε πάλι στην έκθεση για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 129η θέση ως προς τη συνεργασία των πανεπιστημίων με τη βιομηχανία για έρευνα και ανάπτυξη και στην 87η θέση, επίσης πολύ χαμηλά, σε ό,τι αφορά τις δαπάνες των επιχειρήσεων για έρευνα και ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα το 2015 δαπάνησε το 0,97% του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη, πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ που ήταν 2,38%. Το ποσοστό ήταν πολύ χαμηλότερο προ κρίσης και δεν αποτελεί δικαιολογία σε καμία περίπτωση ότι ο παρονομαστής, δηλαδή το ΑΕΠ σε απόλυτους αριθμούς, ήταν τότε πολύ υψηλότερο.

Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει, οι υποδομές έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Τι απουσιάζει; Το φιλικότερο επιχειρηματικό περιβάλλον, αλλά και η περιορισμένη βούληση σε ορισμένες περιπτώσεις και από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Ισως θα πρέπει να σκεφθούν καλύτερα αυτό που επεσήμανε πρόσφατα ο Κλάους Σβαμπ, ιδρυτής και εκτελεστικός πρόεδρος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ: «Η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα θα καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα καινοτομίας μιας χώρας. Τα ταλέντα θα γίνονται πιο σημαντικά από το κεφάλαιο και συνεπώς ο κόσμος θα μετακινείται από την εποχή του καπιταλισμού στην εποχή των ταλέντων (talentism)».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ