ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Νίκος Περάκης, ο παρατηρητής

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Το success story στον πολιτικό μας λόγο έγινε συνώνυμο της αποτυχημένης προσπάθειας ή της διάψευσης φρούδων υποσχέσεων», λέει ο Νίκος Περάκης, σχολιάζοντας την 17η ταινία του, που θα προβάλλεται από τις 2 Νοεμβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα συμπληρωματικό τηλεφωνικό ραντεβού που χρειάστηκε με τον Νίκο Περάκη αποδείχθηκε καταπιεστικό για τον ίδιο. Ηταν 10.30 το πρωί και δεν είχε καταφέρει να πιει τον καφέ του, αν και ξυπνάει πολύ νωρίς. Δεν είχε καταφέρει δηλαδή να κλείσει τα τηλέφωνα και τον υπολογιστή και να ακολουθήσει το σύντομο ημερήσιο τελετουργικό του: καφέ με την «Καθημερινή» –είναι σταθερός αναγνώστης της πολλά χρόνια τώρα– στον πεζόδρομο του Ψυρρή, που είναι η γειτονιά του από τις αρχές του 2000. Εκεί όπου παρακολουθεί μέρα με τη μέρα την κατάσταση να χειροτερεύει, τον πεζόδρομο να βουλιάζει (μου έστειλε και φωτογραφία στο κινητό για πειστήριο), να καταστρέφεται... παρασύροντας και ανυποψίαστους τουρίστες «που τρώνε τα μούτρα τους».

Μιλάει με πάθος για την πόλη, την Αθήνα, και το πώς καταρρέει από «άστοχες ενέργειες» («δημιουργούνται καινούργιοι πεζόδρομοι όταν οι υπάρχοντες δεν συντηρούνται και καταπατώνται σαν 24ωρα πάρκινγκ αυτοκινήτων»). Ο ίδιος ανήκε στους ενεργούς πολίτες της περιοχής αλλά «τώρα πια δεν έχει νόημα». Οπως ήταν και πολιτικά ενεργός, υποστηρίζοντας τη Δράση. Τώρα είναι «παρατηρητής στο ποσοστό των αναποφάσιστων, αν συνιστούν συνομοταξία», πριν καταλήξει στο «ΔΓ – ΔΑ» (σ.σ. «Δεν γνωρίζω – Δεν απαντώ» των δημοσκοπήσεων).

Κοινό και κριτική

Ο 73χρονος Νίκος Περάκης έχει συμπληρώσει σχεδόν 45 χρόνια στον κινηματογράφο, έχει γυρίσει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες και εμβληματικές ταινίες, όπως τη «Λούφα και παραλλαγή» (1984), που έκοψε περίπου 1,5 εκατ. εισιτήρια, ενώ η «Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» (2005) σημείωσε το ίδιο ρεκόρ. Ο Νίκος Περάκης έχει αποκτήσει μια σχέση αγάπης με το κοινό και μίσους και αγάπης με την κριτική. Και αυτή ακριβώς η αμφιλεγόμενη «σχέση» είναι η αφορμή για την πρώτη μας επισήμανση: «Στις κριτικές που αφορούν το έργο σας υπερτερούν επίθετα όπως: απρόβλεπτος, αιχμηρός, ανήσυχος, ανατόμος της κοινωνίας, χωρίς να λείπουν και οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί για “αποτυχίες”».

«Θα έπρεπε να με κολακεύουν οι χαρακτηρισμοί, αλλά σκαλίζουν κι ένα παλιό τραύμα, από την δεκαετία του ’80, όταν αντιμετώπισα ένα ψυχρό, ακόμη και εχθρικό κλίμα για τον κινηματογράφο που έκανα», απαντά ο σκηνοθέτης. «Γνωρίζετε για τον ΝΕΚ (Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο), τον ΠΕΚ (Παλαιό Ελληνικό Κινηματογράφο) και για τον αμερικανικό πολιτιστικό ιμπεριαλισμό. Δεν υπήρχε χώρος ανάμεσα σ’ αυτά τα μέτωπα και το ’87, μετά τον “Βίο και πολιτεία”, που θεωρούσα την έως τότε καλύτερη ταινία μου, σηκώθηκα κι έφυγα από την Ελλάδα, επέστρεψα στη Γερμανία, όταν οι τότε συνάδελφοί σας κριτικοί χαρακτήρισαν την ταινία πρωτόλειο ή φάρσα ή τέλος πάντων χαμηλής ποιότητας κινηματογράφο. Μάλλον δεν μου συγχώρησαν την “Αρπα Colla”, μια ανθολογία στερεοτύπων από τον στρατευμένο και μη ελληνικό κινηματογράφο. Ηταν η εποχή που οι διανομείς πλήρωναν καταχωρίσεις με αποσπάσματα κριτικών».

Στις 2 Νοεμβρίου θα αρχίσει να προβάλλεται στις αίθουσες η 17η ταινία του με τίτλο «Success Story», «ένα χρονικό προδοσίας, συνωμοσίας και ίντριγκας, μια γκρίζα κωμωδία στα πρώτα χρόνια της κρίσης», με πρωταγωνιστές έναν εύπορο ψυχίατρο, γοητευτικό και αδίστακτο (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) και μια όμορφη, άνεργη, ηθοποιό (Φιόνα Γεωργιάδη).

«Ταινία εποχής»

Ο Νίκος Περάκης τη θεωρεί «ταινία εποχής», αν και διαδραματίζεται «μία ημέρα του Σεπτεμβρίου του 2014, με πολλά φλας μπακ». «Ξέρετε τι δυσκολία είχαμε να βρούμε κινητά τηλέφωνα και άλλα μοντέλα –τηλεοράσεων, αυτοκινήτων– που ήταν σε χρήση πριν από μόλις τρία χρόνια; Οι τεχνικές εξελίξεις τρέχουν πολύ γρήγορα, σε αντίθεση με την πολιτική ή την ανάπτυξη στην Ελλάδα».

– Το «Success Story» είναι ένας τίτλος ειρωνικός; Κι αν ναι, ποιος είναι ο στόχος της ειρωνείας;

– Η γλώσσα της πολιτικής μπορεί να πάρει έναν όρο ή μια λέξη και να τη χρησιμοποιεί μέχρι να χάσει τη σημασία της. Το success story στον πολιτικό μας λόγο έγινε συνώνυμο της αποτυχημένης προσπάθειας ή της διάψευσης φρούδων υποσχέσεων. Να μην το ξεχάσω, η λέξη «αφήγημα» θα έπρεπε ίσως να απαγορευθεί για μερικά χρόνια. Να ξεκινήσετε μια καμπάνια στον Tύπο;

– Υπάρχει success story αυτήν την εποχή;

– Πολλά, και με την έννοια της επιτυχίας και μ’ αυτήν της αυταπάτης ή ακόμη και της απάτης. Υπάρχουν και σχολές που προπονούν για την επιτυχία με διαλογισμό και μεταφυσική. Πριν από δύο εβδομάδες είδα στο ένθετο του έγκριτου φύλλου σας άρθρο με τίτλο, το «Success Story της Χρυσοπηγής», ναι το μοναστήρι!... Οι ουρανοί αγάλλονται!

– Το βιβλίο που εκδίδει ο πρωταγωνιστής έχει ως τίτλο τα «Στερεότυπα ως μέσο χειραγώγησης και πολιτικής». Πού ανιχνεύετε εσείς προσωπικά τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στερεοτύπων; 

– Θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πνεύμα της σεναριογράφου (σ.σ. Κατερίνα Μπέη). Πιστεύει ότι δεν μπορούμε πλέον να επιβιώσουμε χωρίς αυτά. Είναι η ασφάλεια της κοινωνίας μας, δεν εννοώ την κοινωνική ασφάλεια, που έχει καταρρεύσει... Εχουν γίνει γλώσσα επικοινωνίας στην ενημέρωση, στη διαφήμιση, στην πολιτική και, όπως ακούσαμε την περασμένη εβδομάδα, και στον λόγο της Εκκλησίας, που έχει και τη μακρύτερη παράδοση.

– Διάβασα ότι η ταινία είναι «ένας παθιασμένος έρωτας στα χρόνια της απερισκεψίας». Θα βάζατε τίτλο «Τα χρόνια της απερισκεψίας» στην εποχή που διανύουμε;

– Πρέπει να διανύουμε διαφορετικές φάσεις με διαφορετικά είδη απερισκεψίας. Αλλου είδους απερισκεψία προκάλεσε την κρίση κι άλλη αυτή που τη συντηρεί. Δεν είμαι οικονομολόγος και δεν έχω καταλάβει ακριβώς ποια απερισκεψία έφταιξε στη φάση που τα τρώγαμε όλοι μαζί, αλλά τώρα βλέπω ότι την πληρώνουμε χώρια...

– Σε συνέντευξή μας το 2001 είχατε χαρακτηρίσει τη «Φούσκα», που αναφερόταν στη χρηματιστηριακή κρίση, «μια ιστορική ταινία για μια ιστορική στιγμή της Ελλάδας, που άφησε πληγές και τραύματα στη χώρα, η οποία ετοιμάζεται για την επόμενη φούσκα». Προφητικό;

– Μάλλον σας έλεγα και τότε αρλούμπες. Δεν φταίω εγώ που μας συνέβη κι αυτό.

– Την εποχή που δύσκολα η νέα γενιά θεατών αφήνει τον υπολογιστή και πάει στην αίθουσα, εσείς γυρίζετε ταινίες για την αίθουσα...

– Είναι αλήθεια ότι άλλη είναι η χάρη της αίθουσας και του πανιού. Αλλά αλήθεια είναι και ότι δεν ένιωσα ποτέ σαν σκηνοθέτης με όραμα καριέρας. Αυτήν τη στιγμή θα προτιμούσα να κάνω σκηνικά για ένα αμερικάνικο σπλάτερ με ένα βλάσφημο «Success Story», που διαδραματίζεται στην καθολική κόλαση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ