Η Μιμή Ντενίση διασχίζει τον δρόμο μπροστά από το σπίτι της και περπατάει στο Πεδίον του Άρεως, καταφύγιο τοξικοεξαρτημένων, απελπισμένων αλλά και εκδιδόμενων παιδιών, και δηλώνει ότι δεν σκέφτηκε ποτέ να εγκαταλείψει το κέντρο της πόλης και τη γειτονιά της. «Δεν πρόκειται να φύγω. Πρέπει να υπερασπιστούμε την Αθήνα».

Λίγο πριν από τη δύση του ηλίου της 11ης Οκτωβρίου, περπατάμε στο πάρκο με τη Μιμή Ντενίση. Ακολουθούμε το χωμάτινο δρομάκι που ξεκινάει πίσω από το άγαλμα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και καταλήγει στην οδό με τις προτομές των Αγωνιστών του 1821. Οι προτομές μοιάζουν σαν να κρατάνε την αναπνοή τους. Μια βαριά οσμή υπενθυμίζει τη βιολογική υπόσταση ανθρώπων και σκύλων που σουλατσάρουν στα μονοπάτια. Παρέες ναρκομανών μιλούν μεταξύ τους συνωμοτικά. Άλλοι κοιτάζουν την ηθοποιό με απορία, άλλοι με καχυποψία, άλλοι με χαμόγελο. Πολλά καμινέτα είναι αναμμένα κάτω από τα δέντρα.

Οι χρήστες θερμαίνουν τα κουτάλια και τα αλουμινόχαρτα με την καφέ σκόνη. Άλλοι ετοιμάζουν τις σύριγγες για το «σουτ» σε όποια φλέβα έχει απομείνει ατρύπητη. Κάποιοι έχουν μαζί τους το σκυλί τους. Καμιά φορά τα σκυλιά γαβγίζουν στους ανυποψίαστους περαστικούς που διασχίζουν το μονοπάτι. Ένας αποστεωμένος σαραντάρης, που έμοιαζε τουλάχιστον εξηντάρης, χαμογέλασε μόλις είδε την Ντενίση. Πλησίασε με καλοσύνη και της είπε: «Μιμή, πάρε με κι εμένα μαζί σου να με κάνεις αστέρι». Η ηθοποιός τον ακούμπησε στον ώμο και του χαμογέλασε: «Να προσέχεις». 

Βγαίνουμε από το πάρκο. Στα σκαλιά δίπλα στο Green Park κάθονται νεαροί μετανάστες. «Από πού είστε;» τους ρωτάει στα αγγλικά. «Από το Πακιστάν». Είναι φιλικοί. «Μπορώ να φωτογραφηθώ μαζί σας; Πώς είναι η ζωή σας στην Ελλάδα;» Μια κοπελιά ζαλισμένη από την ηρωίνη, Ελληνίδα, παρεμβάλλεται στην παρέα. Πλησιάζει την ηθοποιό και κάθεται δίπλα της. «Κάνε κάτι να μας βοηθήσεις», της λέει. Βοήθεια ζητούν και οι περιπτεράδες, βοήθεια και οι υπεύθυνοι των υπεραστικών λεωφορείων που σταθμεύουν εκεί. Όλοι ζητούν βοήθεια. Και όλοι έχουν δίκιο. 

Στο «στέκι» του Green Park

Ένα άλλο απόγευμα του Οκτωβρίου έχω φτάσει στο Πεδίον του Άρεως λίγο μετά τις 7 μ.μ. Άνθρωποι με βρώμικα και τσαλακωμένα ρούχα τρεκλίζουν με απλανές βλέμμα, κουρασμένοι και άρρωστοι από τη χρήση. Συγκεντρώνονται σιγά σιγά έξω από το εγκαταλελειμμένο Green Park, την καφετέρια του Πεδίου του Άρεως, μία από τις καλύτερες της Αθήνας μέχρι την αρχή της κρίσης, όταν έκλεισε. Η Περιφέρεια Αττικής ανακοίνωσε το καλοκαίρι ότι θα ξανανοίξει το 2018. Μέχρι τότε θα δίνουν εκεί ραντεβού με τους χρήστες τα βαποράκια που μοιράζουν την ηρωίνη. Aλλά δεν είναι μόνο τα ναρκωτικά. Κάποιοι «πρωτοστατούν» στην παιδική πορνεία. Το Πεδίον του Άρεως είναι πλέον το πιο γνωστό «στέκι» της Αθήνας όπου παιδιά 12, 8, ακόμα και 6 ετών, συνήθως παιδιά μεταναστών, εκδίδονται για τρία και πέντε ευρώ, συχνά με την ανοχή των γονιών τους. Μια κλούβα της αστυνομίας σταθμεύει στη γωνία της οδού Μαυρομματαίων με τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Οι αστυνομικοί έχουν αυστηρές εντολές να επιτηρούν χωρίς να επεμβαίνουν. 

Παρατηρώ όλα αυτά από το μπαλκόνι του διαμερίσματος της Μιμής Ντενίση. Επισκέφτηκα την ηθοποιό, σκηνοθέτιδα και θεατρική συγγραφέα στο σπίτι της, επειδή είναι κάτοικος του Πεδίου του Άρεως τα τελευταία 30 χρόνια και αγωνίζεται για την αποκατάσταση της περιοχής. Φοράει μπλουτζίν κι ένα λευκό πουκάμισο με μπλε σχέδια. Εργάζεται συνεχώς. Μετά την τριετή επιτυχία της θεατρικής «Σμύρνης» στον «Ελληνικό Κόσμο» έχει ολοκληρώσει το σενάριο για την κινηματογραφική της μεταφορά. Παράλληλα, σκηνοθετεί το έργο «Η ζωή μου όλη» με θέμα τη ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη, που αναμένεται να ξεκινήσει τον Δεκέμβριο στον «Ελληνικό Κόσμο». Παίρνει το smartphone και μου βάζει να ακούσω απροσδόκητες ερμηνείες του Καζαντζίδη που θα συμπεριλάβει στο έργο. «Ήξερες ότι ο Στέλιος είχε τραγουδήσει τα “Πέτρινα χρόνια”;». Δεν το ήξερα. Όμως η συνάντησή μας έχει θέμα το Πεδίον του Άρεως.

Τη ρωτώ πρώτα για το σπίτι της. Είναι ένα από τα σπάνια διαμερίσματα των Αθηνών. Βρίσκεται σε μια αστική πολυκατοικία της δεκαετίας του ’50, που μέχρι πριν από 30 χρόνια ανήκε ολόκληρη στην εφοπλιστική οικογένεια Κουλουκουντή. Συζητάμε μπροστά στο τζάκι, στην τραπεζαρία με έπιπλα αντίκες και μια βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία, τα περισσότερα για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Διακρίνω βιβλία για τον Λόρενς Ολίβιε και τον Ηλία Καζάν.

«Γιατί δεν φεύγετε;»

 «Το πάρκο κατέρρευσε όταν έκλεισε το Green Park και η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ τα τελευταία δύο χρόνια», λέει. «Γιατί δεν φεύγετε;» τη ρωτώ κάπως απότομα. «Γιατί δεν προτιμήσατε το Ψυχικό ή την Εκάλη;» Η ερώτηση δεν της αρέσει ιδιαίτερα. «Είναι εγκαταλελειμμένο το κέντρο της Αθήνας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το εγκαταλείψουμε όλοι», απαντά κοφτά. «Μήπως η εγκατάλειψη πρέπει να μας κινητοποιήσει, ώστε να σκεφτούμε τι πρέπει να κάνουμε για να αναστρέψουμε την παρακμή, αντί να σκεφτόμαστε πότε θα μετακομίσουμε στη Γλυφάδα, στην Εκάλη και στη Βουλιαγμένη;» 

Μιλάει για την παιδική της ηλικία στου Παπάγου, στο σπίτι όπου μένει μέχρι σήμερα η μητέρα της Μαρία Ντενίση και η αδελφή της Σοφία Ντενίση, καθηγήτρια Ιστορίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στην ΑΣΚΤ. Παραδέχεται ότι αγαπάει το κέντρο της πόλης, αλλά και την εξοχή. Αναφέρει το εξοχικό της στον Θεολόγο. Όμως δεν προτιμά τις «ενδιάμεσες καταστάσεις» στους εύπορους δήμους της πρωτεύουσας. Δεν την ενθουσιάζουν οι έρημοι δρόμοι των βορείων προαστίων με τις περίκλειστες βίλες. «Λατρεύω την Αθήνα, θέλω να ζω στο κέντρο της πόλης, να πηγαίνω γρήγορα στη δουλειά μου, να είμαι μέσα στην κίνηση και στη ζωή, και να έρχονται εύκολα οι φίλοι μου στο σπίτι μου. Και δεν σκέφτηκα ποτέ ότι πρέπει να μετακομίσω στα πλούσια προάστια για να αισθανθώ καταξιωμένη». 

Ανακάλυψε το σπίτι της τυχαία. «Μια ημέρα του 1987, μου έδωσε εδώ ραντεβού ο Γιώργος Πανουσόπουλος (σ.σ.: ο γνωστός σκηνοθέτης κινηματογράφου) για να γυρίσουμε ένα διαφημιστικό για τη L’Oreal», θυμάται. «Καθόμουν εδώ στο σαλόνι για το μακιγιάζ και είπα: “Μα τι ωραίο σπίτι είναι αυτό!”. Βγήκα στη βεράντα, είδα αυτή τη θέα στο πάρκο, στον Λυκαβηττό και στην Ακρόπολη και μου κόπηκε η ανάσα. Το ερωτεύτηκα το σπίτι. Ήμουν τυχερή γιατί βρισκόταν προς πώληση και το αγόρασα αμέσως. Μάλιστα μου άρεσε τόσο πολύ, που ξέχασα να κάνω παζάρια». Σε αυτό το σπίτι μεγάλωσε την κόρη της Μαριτίνα, που είναι σήμερα 17 ετών. Σε αυτό έζησε με τον Αντώνη Τρίτση, που υπήρξε η σπουδαιότερη σχέση της, όπως συχνά αφήνει να εννοηθεί.

Τί είδε η Βανέσα Ρεντγκρέιβ

Η ηθοποιός έκανε περιορισμένες παρεμβάσεις στο διαμέρισμα, θέλοντας να διατηρήσει την αρχοντική φυσιογνωμία του. Τα δρύινα πατώματα, τα βιτρό, οι μασίφ πόρτες παραμένουν απαράλλαχτα. Κι ενώ το σπίτι διατηρεί την αίγλη του, η ευρύτερη περιοχή με σημείο αναφοράς το Πεδίον του Άρεως, με κατοίκους στο πρόσφατο παρελθόν προσωπικότητες όπως ο Γ. Π. Σαββίδης και ο Γιώργος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, έχει χάσει σχεδόν κάθε ακτινοβολία. Η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ και ο γιος της Κάρλο Νέρο μίλησαν δημόσια για την κατάρρευση του πάρκου του Πεδίου του Άρεως στην πρόσφατη εκδήλωση που οργάνωσε η Μιμή Ντενίση στο Μέγαρο Μουσικής για την προβολή του ντοκιμαντέρ της μεγάλης Αγγλίδας ηθοποιού και ακτιβίστριας με τίτλο «Sorrows of the Seas» και θέμα τους πρόσφυγες. Μητέρα και γιος έμειναν στο ξενοδοχείο «Radisson Blu Park» (το πρώην «Παρκ») της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και πληροφορήθηκαν με έκπληξη ότι έπρεπε να αποφύγουν τους περιπάτους στο απέναντι πάρκο, όπου δεσπόζει (από την πλευρά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας) το άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Μαζί τους στο ίδιο ξενοδοχείο διέμενε και ο λόρδος Άλφρεντ Νταμπς, φίλος της Ρέντγκρεϊβ, ο οποίος έφτασε στη χώρα μας για την ίδια εκδήλωση. Ο λόρδος Νταμπς πρωτοστατεί στην οργάνωση Safe Passage για το «ασφαλές πέρασμα» στην Ευρώπη των ασυνόδευτων παιδιών από τη Συρία και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Ο λόρδος Νταμπς έμεινε εμβρόντητος όταν έμαθε ότι κάποια από αυτά τα παιδιά γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και «ενοικιάζονται» σε παιδόφιλους σε αυτό ακριβώς το «ειδυλλιακό» πάρκο που αντίκριζε από το παράθυρο του δωματίου του στο «Park»...   

Η οργάνωση πολιτών «Επι μένουμε Πεδίο του Άρεως» βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με την Περιφέρεια Αττικής, η οποία έχει το πάρκο υπό τη δικαιοδοσία της. Στα τέλη Σεπτεμβρίου οργανώθηκε μια δράση με τίτλο «Φωτίζουμε το Πεδίο του Άρεως». Συγκεντρώθηκαν 2.500 άτομα κρατώντας φακούς. Η Περιφέρεια προχώρησε πρόσφατα στην αποκατάσταση των ζημιών που έχουν υποστεί οι στύλοι φωτισμού του πάρκου. Μέσα σε λίγες ημέρες σχεδόν οι μισοί ήταν σπασμένοι και είχαν αχρηστευτεί. Οι οργανωτές της ανομίας στο πάρκο ξεχαρβάλωσαν και την παιδική χαρά, αμέσως μετά τις εργασίες αποκατάστασης, με αποτέλεσμα να ξανακλείσει επ’ αόριστον. Η Περιφέρεια επέβαλε πρόσφατα να κλείνουν οι πόρτες του πάρκου στις 11 μ.μ. Μετά τις 11 οι «τρόφιμοι» του πάρκου μετακινούνται στο πεζοδρόμιο της οδού Μαυρομματαίων. Αλλά όσοι θέλουν ξαναμπαίνουν από ανοίγματα που υπάρχουν σε διάφορα σημεία. Κάποιοι δεν φεύγουν ποτέ. Μένουν σε σκηνές. Η Περιφέρεια ανέθεσε σε ιδιωτική εταιρεία security τη φύλαξη των εισόδων. Ένας φύλακας βρίσκεται σε κάθε είσοδο. Οι φύλακες απλώς υπάρχουν ή μάλλον συνυπάρχουν με τους ναρκομανείς. Σε πολλά σημεία του πάρκου κυκλοφορούν πολίτες την ημέρα, ενώ άλλα είναι άβατα. Στα άβατα φουντώνουν η παιδική πορνεία, το εμπόριο και η χρήση ναρκωτικών. Τα όρια δεν είναι σαφή. Όσο πλησιάζει η δύση του ηλίου, τόσο περισσότεροι «καταραμένοι» συγκεντρώνονται στο πάρκο. Οι πολίτες αραιώνουν και τα άβατα απλώνονται.

Οι ευθύνες και η απάντηση της Περιφέρειας

Η Μιμή Ντενίση έχει καταγγείλει πολλές φορές την Περιφέρεια Αττικής. «Έχετε κάτι με την κ. Δούρου;» τη ρωτώ. «Μιλώντας για το πάρκο, έχω πράγματι εγκαλέσει την κ. Δούρου, όχι όμως ως πρόσωπο, αλλά ως εκλεγμένη περιφερειάρχη», λέει. «Δεν έχω κάτι εναντίον της και δεν τη γνωρίζω προσωπικά. Θα έλεγα τα ίδια αν ανήκε στη Νέα Δημοκρατία. Αν η Περιφέρεια δεν μπορεί να συνεννοηθεί και να συνεργαστεί με την αστυνομία, αν οι αρχές δημόσιας ασφάλειας αγνοούν την Περιφέρεια, τότε θα πρέπει η περιφερειάρχης να καταγγείλει το γεγονός, να ενημερώσει τους πολίτες και να απαιτήσει λύσεις με θαρραλέες δημόσιες παρεμβάσεις. Δεν το κάνει. Μιλάω εντονότερα τα τελευταία δύο χρόνια, γιατί αυτό το διάστημα η κατάσταση έχει χειροτερεύσει. Έχω κάνει δηλώσεις και εναντίον της προηγούμενης αρχής του κ. Σγουρού». Η Περιφέρεια επιμένει ότι τα τελευταία δύο χρόνια, παρά την αποψίλωση του προσωπικού της Υπηρεσίας Πάρκων, έχει φυτέψει πάνω από 9.000 δέντρα στο πάρκο, έχει εγκαταστήσει πολλά χιλιόμετρα αγωγών άρδευσης και συνεργάζεται με τον ΟΚΑΝΑ για να επισκέπτονται τους ναρκομανείς κοινωνικοί λειτουργοί. Όλοι όμως γνωρίζουν ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο. 

Οι ναρκομανείς δεν είναι μόνο «ναρκομανείς». Εντάσσονται ταυτόχρονα σε «πολιτιστικές ομάδες» με χαώδεις (αλλά και τόσο αναγνωρίσιμες...) πολιτικές δοξασίες. Συχνά στο πάρκο διοργανώνεται ένα «φεστιβάλ» με εκκωφαντική ψυχεδελική μουσική, που διακόπτεται από άναρθρες κραυγές στα μεγάφωνα. Το «φεστιβάλ» ξεκινά στις επτά το απόγευμα και τελειώνει στις επτά το πρωί. «Είναι η συναυλία των ναρκομανών», μονολογούν οι κάτοικοι και υπομένουν άγρυπνοι άλλο ένα... δρώμενο. «Δεν έχουμε δώσει άδεια για καμία συναυλία», λέει η Περιφέρεια. «Δεν έχουμε εντολή να επέμβουμε στο πάρκο», συμπληρώνει η αστυνομία. Κάποιοι υποψιάζονται ότι στο πάρκο «γιορτάζει» το κύκλωμα των Εξαρχείων παρέα με το κύκλωμα που λυμαίνεται την ΑΣΟΕΕ και το μουσείο. Κάποιος περιπτεράς που πρόσφατα αντέδρασε σε επιδρομή «νεαρών» χτυπήθηκε και είδε το περίπτερό του να καταστρέφεται.

Το Πεδίον του Άρεως, που οργανώθηκε ως χώρος πρασίνου το 1934, ενώνει σήμερα τρία άτυπα κέντρα παραβατικότητας, την Ομόνοια, το Μουσείο και τα Εξάρχεια. Η κατάσταση στο πάρκο είναι μια νέα «παρέμβαση» όσων πρωτοστατούν στην αστική αποδυνάμωση της Αθήνας. Η κατάρρευση του κέντρου δεν είναι απλώς μια παρενέργεια της κρίσης. Είναι το αποτέλεσμα της δράσης ατόμων που έχουν μια συγκεκριμένη άποψη για το τι σημαίνει «ανοιχτή πόλη». Σημαίνει «ανοιχτή κατάληψη» της πόλης από τα κάθε λογής άβατα και άσυλα. 

«Αλληλέγγυοι» και «ελίτ»

Πολλοί κάτοικοι του Πεδίου του Άρεως, μεταξύ των οποίων και η Μιμή Ντενίση, θεωρούνται από ορισμένους «αλληλέγγυους» ότι ανήκουν σε μια αστική ελίτ που αποστρέφεται τους μετανάστες, τους άστεγους και τους ναρκομανείς. Ισχύει; «Δεν είμαι εναντίον των μεταναστών, των ναρκομανών ή των αστέγων», απαντά κατηγορηματικά. «Αντίθετα, θέλω να τους βοηθήσω, γιατί μόνο έτσι θα λυθεί το πρόβλημα. Μιλάω με όλους και όλοι με πλησιάζουν και μου μιλούν. Είμαι εναντίον εκείνων που εκμεταλλεύονται τους άστεγους, τους ναρκομανείς και τους μετανάστες. Οι μετανάστες και οι άστεγοι χρειάζονται στήριξη, δουλειές και κατοικίες. Οι ναρκομανείς χρειάζονται ιατροφαρμακευτική και ψυχολογική υποστήριξη. Η εξώθηση και η υπόδειξη να ζήσουν υπό άθλιες συνθήκες και να διακινδυνεύουν τη ζωή τους μέσα και γύρω από το πάρκο είναι ύποπτη. Δεν είναι πρωτοβουλία αλληλεγγύης. Είναι πράξη χειραγώγησης και εκμετάλλευσης».  

Η ηθοποιός δεν αρνείται ότι η γενικότερη νομική και αστυνομική ατονία που πλήττει την Αθήνα μπορεί να έχει ένα αριστερό πρόσημο. «Στη χώρα μας κάποιοι έχουν μπερδέψει την ασυδοσία με την ελευθερία και την ανομία με την αριστερά και τη δημοκρατία», λέει. «Αλλά θα πω ότι όσες φορές έχει έρθει στην Αθήνα τον τελευταίο καιρό η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ, η οποία με τιμά με τη φιλία της και είναι γνωστή για τους αγώνες της ως αυθεντική αριστερή, εντυπωσιάστηκε αρνητικά από τα γκράφιτι, τις αφίσες και τη γενικότερη ανομία. Η καταστροφή του δημόσιου χώρου δεν είναι μια αριστερή πράξη. Είναι μια αντικοινωνική πράξη». 

Τη ρωτώ ευθέως αν έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση. «Έχω κάποια απόδειξη ότι πρέπει να εμπιστεύομαι την κυβέρνηση;» απαντά χωρίς περιστροφές. «Δεν κρίνω την προσπάθεια. Δεν κρίνω τις προθέσεις. Κρίνω το αποτέλεσμα. Και αποτέλεσμα δεν έχω δει. Δεν πιστεύω ότι είναι ανίκανοι. Αλλά δεν είναι στις προτεραιότητές τους να δημιουργήσουν ένα κέντρο αντάξιο της Αθήνας. Οι ξένοι μάς τίμησαν. Ποτέ δεν είχαμε τόσο πολύ τουρισμό. Και τι είδαν πέρα από την περιοχή του Μουσείου της Ακρόπολης και ορισμένες αξιοπρεπείς νησίδες στο Σύνταγμα;  Βλέπουν αυτό που βλέπουμε κι εμείς. Γιατί λοιπόν να ξαναέρθουν;»

«Δεν θα είμαι υποψήφια»

Η δραστηριοποίηση της Μιμής Ντενίση στο δημόσιο πεδίο έχει κάνει πολλούς να προεξοφλούν ότι θα θέσει υποψηφιότητα για τη δημαρχία της Αθήνας το 2019. Κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης μπροστά στο Green Park την πλησίασε ένας πολίτης: «Ετοιμάζεστε για την υποψηφιότητα;». Χαμογέλασε και του απάντησε αρνητικά. Στη συζήτησή μας αρνήθηκε ότι έχει αυτή την πρόθεση. «Υπάρχουν πολίτες που με ενθαρρύνουν να το κάνω, και αυτό με τιμά, αλλά δεν θα θέσω υποψηφιότητα. Δεν είναι μέσα στα όνειρά μου ο δήμος της Αθήνας. Όχι γιατί δεν έχω ιδέες και διάθεση να εργαστώ για την Αθήνα. Αλλά γιατί ο δήμαρχος πρέπει να έχει την αμέριστη συμπαράσταση της αστυνομίας και της Περιφέρειας. Η διάρθρωση των θεσμών και των εξουσιών στην πρωτεύουσα ακινητοποιεί τον δήμαρχο και αχρηστεύει την ισχύ του. Ο δήμαρχος δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της Αθήνας». 

Παρ’ όλα αυτά σκέφτομαι ότι ο περίπατος της Ντενίση στο πάρκο, ο διάλογος με τους απόκληρους, η συμμαχία με τους κατοίκους είναι μια πολιτική πράξη. Η πολιτική παράγεται καθημερινά από τους πολίτες μέσα από την παρέμβαση και τη συμμετοχή στην πόλη που μεταβάλλει τους όρους συνύπαρξης και τις ισορροπίες ισχύος στις οικογένειες, στις γειτονιές, στις χώρες. Υπό αυτή την έννοια, κάθε πράξη μας είναι πολιτική πράξη. Η Μιμή Ντενίση συμφωνεί. «Ο μόνος λόγος που είμαι αισιόδοξη για την Αθήνα δεν είναι ότι έχω δει ένα όραμα πολιτικό ή έναν πολιτικό με μεγάλο όραμα. Έχω δει μια ανάγκη του κόσμου, μια ανάγκη πολλών πολιτών να σηκωθούν επιτέλους από τον καναπέ. Η ελπίδα έρχεται από τους πολίτες που αναλαμβάνουν δράση». Τελικά, θα επιμείνει και θα παραμείνει κάτοικος στο Πεδίον του Άρεως ή θα σηκωθεί και θα φύγει; «Πέρυσι με παρακινούσαν οι φίλοι μου να φύγω, να νοικιάσω ένα άλλο σπίτι σε ένα προάστιο και να περιμένω μέχρι να κοπάσουν όλα αυτά τα φαινόμενα», παραδέχεται. «Αλλά είπα “όχι”. Και το λέω και τώρα. Θα μείνω και θα πολεμήσω μαζί με όλους τους άλλους κατοίκους που θέλουμε να προστατεύσουμε, να υπερασπιστούμε και να περιφρουρήσουμε τη γειτονιά μας, το πάρκο και την Αθήνα». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ