Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Για τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, ξανά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Έ​​χω υποστηρίξει συστηματικά, εδώ και πολλά χρόνια, την ανάγκη για την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας στο πολιτικό μας σύστημα. Στην Ελλάδα, οι υποστηρικτές της εισαγωγής τέτοιων θεσμών δεν αφθονούν, αντίθετα οι επιφυλάξεις ή οι αντιρρήσεις κυριαρχούν. Γι’ αυτό και διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το βιβλίο του διδάκτορα Δημοσίου Δικαίου Βασίλη Τσεβρένη («Θεσμοί άμεσης δημοκρατίας στον ευρωπαϊκό χώρο», Αθήνα, 2017) καθώς θεωρώ πως η ανάλυσή του συμβάλλει γόνιμα στη δημόσια συζήτηση.

Η συζήτηση γύρω από την άμεση δημοκρατία εμπεριέχει πολλές παρεξηγήσεις και συγχύσεις. Πρέπει να αποσαφηνιστεί και να υπογραμμιστεί εκ των προτέρων κάτι θεμελιώδες ως προς τη συζήτηση για την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας: ο όρος δεν υποδηλώνει την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά μια συμπληρωματική διαδικασία, μια μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που εκχωρεί στους πολίτες σημαντικό χώρο συμμετοχής μέσα στη νομοθετική πρακτική. Η άμεση δημοκρατία δεν προϋποθέτει την κατάργηση των επιπέδων αντιπροσώπευσης ή την εξάλειψη των πολιτικών κομμάτων ως οργανώσεων παραγωγής και μετάδοσης πολιτικών ιδεολογιών, αξιών και θέσεων πάνω στη χάραξη δημοσίων πολιτικών.

Ο Τσεβρένης παραθέτει με λεπτομερειακό και δίκαιο τρόπο τα επιχειρήματα των αντιπάλων της άμεσης δημοκρατίας. Αρκετοί επισημαίνουν πως οι βασικοί θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας (το δημοψήφισμα, η λαϊκή πρωτοβουλία και η ανάκληση) απειλούν ευθέως τη δυνατότητα των πολιτικών ελίτ να κυβερνούν, οδηγώντας στην υποβάθμιση του Κοινοβουλίου και σε καταστάσεις ακυβερνησίας ή στην κυριαρχία μιας λαϊκιστικής δημοψηφισματικού χαρακτήρα δημοκρατίας. Αλλοι υπογραμμίζουν το πόσο χρονοβόρες είναι οι διαδικασίες της συμμετοχικής δημοκρατίας και το μεγάλο κόστος τους.

Πόσο όμως ορθό είναι να υποστηριχθεί πως με την εισαγωγή της άμεσης δημοκρατίας υποβαθμίζεται το Κοινοβούλιο, δυσκολεύεται η λήψη των αποφάσεων και επικρατεί ένα θεσμικό αδιέξοδο στη λήψη των αποφάσεων; Το ελβετικό παράδειγμα μας διδάσκει πολλά προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ελβετικής πολιτικής ζωής, που αποτελεί άμεση συνέπεια των εκτεταμένων πρακτικών άμεσης δημοκρατίας, είναι η αποδραματοποίηση των εθνικών εκλογών, η πρόσληψη από τους πολίτες των εθνικών εκλογών ως μικρότερης σημασίας συγκριτικά με τη σημασία που τους αποδίδεται σε άλλες χώρες. Αυτό βέβαια οφείλεται στην πεποίθηση των πολιτών πως οι αποφάσεις της κυβέρνησης εξισορροπούνται από τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Γενικότερα, το βασικό πλεονέκτημα του συστήματος της ελβετικής άμεσης δημοκρατίας είναι η δυνατότητα της λαϊκής αντίθεσης να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο εμποδίζονται να κυβερνούν και να νομοθετούν.

Ο κόσμος μας αλλάζει. Οι πολιτικές ηγεσίες και γενικότερα το πολιτικό προσωπικό δεν έχουν πλέον την απόσταση που είχαν από τους ψηφοφόρους οι προκάτοχοί τους. Δεν έχει παρά να συγκρίνει κανείς το μορφωτικό επίπεδο των βουλευτών και τον μέσο όρο της κοινωνίας. Ενώ 50 χρόνια πριν η απόσταση ήταν μεγάλη, σήμερα δεν υφίσταται πρακτικά.

Επιπλέον, η πρόσβαση στην πληροφορία έχει γίνει πολύ πιο γρήγορη και φθηνή. Η επικοινωνία αποκτά εντονότερα οριζόντια χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Η χρήση των νέων τεχνολογιών έχει διευρύνει πολύ τον αριθμό των ανθρώπων που λειτουργούν ως διαμορφωτές κοινής γνώμης. Είναι σήμερα τόσο μεγάλος ο αριθμός των ατόμων που στο Facebook ή στο Τwitter διαθέτουν χιλιάδες «φίλους» ή «ακόλουθους», ώστε να μπορούμε να πούμε πως η «επιρροή» πλέον διαχέεται πολύ περισσότερο από πριν και οι παραδοσιακοί ρόλοι του πομπού και του δέκτη έχουν σε σημαντικό βαθμό αν όχι ανατραπεί, οπωσδήποτε μετασχηματιστεί.

Λέω στους φοιτητές μου την εξής απλή ιστορία προκειμένου αυτό να γίνει εύκολα κατανοητό: πριν από 20 χρόνια, όταν έκανα μάθημα σε μια αίθουσα 100 ατόμων, το μάθημα αφορούσε αποκλειστικά αυτούς τους εκατό φοιτητές και εμένα. Οι φοιτητές έκαναν ερωτήσεις, σχόλια και κρατούσαν σημειώσεις, και απευθύνονταν αποκλειστικά προς εμένα. Ημουν ο πομπός, ήταν οι δέκτες. Η σχέση ήταν σταθερή. Τώρα, αρκετοί από αυτούς, την ώρα που μιλώ, πλοηγούνται στο Διαδίκτυο, άλλοι για να συλλέξουν πληροφορίες ή αναλύσεις και άλλοι για να χαζέψουν. Ας υποθέσουμε πως πέντε από τους φοιτητές μου, που διαθέτουν από 500 φίλους στο Facebook, σχολιάσουν εκείνη την ώρα αρνητικά τη διδασκαλία μου, τότε ενώ εγώ απευθύνομαι σε ένα κοινό 100 ατόμων, αυτοί θα έχουν απευθυνθεί σε ένα κοινό πολύ μεγαλύτερο και πιο διαφοροποιημένο κοινωνικά και ηλικιακά, «πληροφορώντας» τους για τις δικές μου ελαττωματικές θέσεις. Ποιος είναι λοιπόν εκείνη τη στιγμή ο πομπός και ποιος ο δέκτης;

Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας. Το πιο βασικό επιχείρημα εναντίον της άμεσης δημοκρατίας βρίσκεται βαθιά κρυμμένο σε μια εμπεδωμένη αριστοκρατική αντίληψη πολιτικής λειτουργίας: στην πεποίθηση πως ο μέσος άνθρωπος δεν έχει ούτε τις γνώσεις ούτε και τον χρόνο να αφιερώσει σε σύνθετα πολιτικά θέματα· πως οι πολιτικές αποφάσεις αφορούν επαγγελματίες καθώς, εντέλει, ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική ως διαδικασία αλλά μόνο ως αποτέλεσμα.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ