ΒΙΒΛΙΟ

«Ασπρόμαυρο» μυθιστόρημα, γοητευτικό όσο και το φιλμ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛΟΥΙΤΖΙ ΜΠΑΡΤΟΛΙΝΙ
Ο κλέφτης των ποδηλάτων
μτφρ.: Κούλα Καφετζή
πρόλογος: Σωτήρης Γκορίτσας
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 192

Γίνονται σπουδαίες ταινίες τα σπουδαία μυθιστορήματα; Σε αυτή την ερώτηση δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε όσοι δεν είχαμε ώς τώρα διαβάσει τον «Κλέφτη των ποδηλάτων» του Λουίτζι Μπαρτολίνι, ενός από τους σημαντικότερους Ιταλούς χαράκτες του 20ού αιώνα. Εδώ και λίγο καιρό, σε ζωηρή μετάφραση της Κούλας Καφετζή και διαφωτιστικές υποσημειώσεις της Στέλλας Πεκιαρίδη, το μυθιστόρημα παίζεται σαν φιλμ μπροστά στα μάτια μας –αυτή τη φορά, με λέξεις, όχι με εικόνες– τη φροντίδι των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Τι απαντάμε, όμως, στο αρχικό ερώτημα; Προτού φτάσουμε σε αυτό, εμφανίζεται κι ένα δεύτερο. Ταιριάζει ο Λαμπέρτο Μαγκιοράνι, ο πρωταγωνιστής που διάλεξε ο ανατόμος οτέρ Βιτόριο ντε Σίκα, στον ήρωα που χτίζεται στο σύντομο μυθιστόρημα του Μπαρτολίνι; Θα μου πείτε, ο Αντόνιο Ρίτσι, που του έκλεψαν το ποδήλατο και το αναζητεί στις κακόφημες συνοικίες της μεταπολεμικής και διεφθαρμένης Ρώμης, στο φιλμ ακολουθείται από τον γιο του, Μπρούνο, ενώ στο βιβλίο δεν έχει καν οικογένεια και, φυσικά, περιδιαβάζει την Αποκαλυπτική Ρώμη ολομόναχος.

Ο Σωτήρης Γκορίτσας, που προλογίζει την έκδοση, αντιλαμβάνεται τον λόγο για τον οποίο προστέθηκε ο γιος από τον Βιτόριο ντε Σίκα.

Εξομολογητικός πρόλογος

«Πήρα την απάντηση στη σκηνή όπου πιάνουν τον πατέρα να κλέβει και τον χαστουκίζουν μπρος στον γιο του. Μπρος, δηλαδή, στο παιδί που η ψυχή του, και μαζί της κι η δική μας, σκίζεται ξέροντας ότι ο πατέρας του δεν είναι ο κλέφτης, αλλά το θύμα της κλοπής», αναφέρει ο Ελληνας σκηνοθέτης στον εξομολογητικό του πρόλογο.

Το ερώτημα εκκρεμεί: Γίνονται σπουδαίες ταινίες τα σπουδαία μυθιστορήματα; Σε αυτό το πνεύμα, το μυθιστόρημα του Μπαρτολίνι και η ταινία του Ντε Σίκα βρίσκουν κοινό βηματισμό σε δύο πολύ σπουδαία στοιχεία: στην πανοραμική ανατομία της μεταπολεμικής Ρώμης και εν γένει της Ιταλίας και στο... ασπρόμαυρο. Δεν ξέρω εάν φταίει η σφραγίδα του Βιτόριο ντε Σίκα, αλλά οι εικόνες που δημιουργεί ο καταιγιστικός Λουίτζι Μπαρτολίνι δεν θα μπορούσαν, κατά τη δική μου ανάγνωση, να «βγουν» σε τετραχρωμία. Διότι ο συγγραφέας, κριτικός και χαράκτης μιλάει για το περιθώριο μιας ήδη περιθωριοποιημένης ιταλικής πρωτεύουσας, που έβγαινε κουτσαίνοντας από την ήττα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο νεορεαλισμός του Ντε Σίκα συναντήθηκε με την ειρωνική ανατομία του Μπαρτολίνι· το αποτέλεσμα, και βλέπεται και διαβάζεται. Οταν, μάλιστα, ο Μπαρτολίνι περιγράφει τις δύο πιάτσες των κλεφτών, την Πιάτσα ντελ Μόντε και την Πόρτα Πορτέζε, μετέρχεται το άκρον άωτον της μαύρης ειρωνείας, μαύρης όσο και η αγορά στην οποία αστυνομικοί βγάζουν προσωπικά τους αντικείμενα ή «εκκαθαρισθέντες» φασίστες πρώην δάσκαλοι τα «κλεψιμαίικα από το τελευταίο τους σχολείο». «Τι εκατόμβη, τι νεκροταφείο ήταν αυτός ο τεράστιος όγκος κλεμμένων αντικειμένων», γράφει ο συγγραφέας, που δεν δείχνει καμία επιείκεια στους Ρωμαίους: «Οι Ναπολιτάνοι μαφιόζοι είναι ψύχραιμοι, χαμογελαστοί, παραπλανητικοί, ενώ οι Ρωμαίοι μαφιόζοι δεν παίζουν θέατρο και εξαγριώνονται με το παραμικρό, σαν γηγενείς βούβαλοι του Τίβερη», ενώ «οι Ρωμαίες έχουν όμορφο πρόσωπο, αλλά άσχημο σώμα». Τα ίδια με την Ανκόνα, τα ίδια με το Μπάρι.

«Εκδίκηση»

Ο Λουίτζι Μπαρτολίνι, ο οποίος έγραψε περί τα 70 μυθιστορήματα και συμμετείχε τρεις φορές στην Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης της Βενετίας, μοιάζει με τον «Κλέφτη των ποδηλάτων» να παίρνει μια κάποια «εκδίκηση» από τους συμπατριώτες του, εκείνους που, μετά τον καταστροφικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «ξέχασαν» ότι όφειλαν να χτίσουν τη χώρα σε γερά δημοκρατικά θεμέλια. Αντ’ αυτού, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Μπαρτολίνι, εκείνοι αφέθηκαν στην αρπαχτή και στο... χαλαρά της Μεσογείου. Προσπαθώ να απαντήσω στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή – και έχω την απάντηση, νομίζω, έχοντας ταυτόχρονα επεξεργαστεί τις εμβόλιμες θεωρίες του Μπαρτολίνι για τη φιλία και τον ρόλο τον διανοουμένων και έχοντας ξανασκαλίσει τον Ντε Σίκα. Ναι, τα σπουδαία μυθιστορήματα μπορούν να γίνουν σπουδαίες ταινίες, ακόμη κι αν ο χάρτινος ήρωας δεν μοιάζει με τον δισδιάστατο πρωταγωνιστή, ο ένας είναι μόνος του και ο άλλος είναι με τετραμελή οικογένεια ή η ταινία φτάσει στη χώρα σου 30 χρόνια νωρίτερα από το βιβλίο, το οποίο πρωτοεκδόθηκε από το Δελφίνι το 1995. Ετσι κι αλλιώς, η Ρώμη, το ασπρόμαυρο και η ειρωνεία διασώθηκαν και έλαμψαν και στη μία και στην άλλη περίπτωση. Κάτι που μάλλον αρκεί...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ