ΕΛΛΑΔΑ

Ανθρακες ο θησαυρός της δήμευσης ακινήτων

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Το σπίτι του ζεύγους Τσοχατζόπουλου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Για την ώρα, δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι μηχανισμοί για την αξιοποίησή του από το Δημόσιο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η τελεσίδικη καταδίκη του Ακη Τσοχατζόπουλου σε 19 χρόνια κάθειρξη, ύστερα από μια δίκη που κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, σηματοδοτώντας το τέλος μιας πολυετούς διαδρομής ερευνών από Βουλή και Δικαιοσύνη για παράνομες πληρωμές και «μαύρο» χρήμα στους εξοπλισμούς, συνοδεύτηκε και από γενική δήμευση υπέρ του Δημοσίου της ακίνητης περιουσίας του πρώην υπουργού, όσης τουλάχιστον εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια των δικαστικών ερευνών.

Η δήμευση ακινήτων για τον πρώην υπουργό και τους λοιπούς εμπλεκομένους στο σκάνδαλο, ανάμεσα στα οποία και η κατοικία της οικογένειας Τσοχατζόπουλου στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου, που είναι στο όνομα της συζύγου του Βίκυς Σταμάτη, αποτέλεσε το πλέον ουσιαστικό σημείο της δικαστικής απόφασης, που λόγω των πολύπλοκων θεμάτων που αντιμετώπισε το δικαστήριο, χρειάστηκε για να εκδοθεί τρεις ημέρες.

Η περιουσία

Η δίκη και η καταδίκη όσων ενεπλάκησαν στην υπόθεση με το «μαύρο» χρήμα στους εξοπλισμούς, με πρωταγωνιστή τον πρώην υπουργό, αποτέλεσε την «κορωνίδα της κάθαρσης» στην οποία ενσωματώθηκε η κοινωνική απαίτηση τα τελευταία χρόνια για απόδοση ευθυνών σε πολιτικούς που έβαλαν για χρόνια το «χέρι στο μέλι» και η δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, υπήρξε από την αρχή αυτής της διαδικασίας αίτημα και ζητούμενο.

Βεβαίως, η περίπτωση Τσοχατζόπουλου, ο οποίος πλέον τελεσίδικα καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη, ουσιαστικά είναι η μόνη πολιτικού, και μάλιστα με μακρόχρονη πολιτική διαδρομή στην πρώτη γραμμή, που πιάστηκε «με τη γίδα στην πλάτη» και καταδικάστηκε για «μαύρα» χρήματα που πήρε, όταν ήταν εν ενεργεία και στο κρίσιμο πόστο του υπουργείου της Εθνικής Αμυνας.

Και ενώ ο Ακης Τσοχατζόπουλος, σε μεγάλη ηλικία πια και με προβλήματα υγείας, αναμένεται να μείνει για λίγο ακόμα στη φυλακή –ήδη έχει εκτίσει ποινή πάνω από πέντε χρόνια– η δήμευση της περιουσίας του, αλλά και της περιουσίας συγγενικών του προσώπων και συγκατηγορουμένων του αποτελεί τη χειροπιαστή συνέπεια της δικαστικής απόφασης. Mιας απόφασης που πέραν της ποινικής καταδίκης επιχειρεί ώστε να ικανοποιηθεί το Δημόσιο για τη ζημία από τις μίζες, αλλά και το κοινωνικό σύνολο χάριν του οποίου, τα τελευταία χρόνια, διατυπώθηκε με επίταση η αξίωση για «επιστροφή των κλεμμένων».

Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε το δικαστήριο και με την απόφασή του να επιβάλει, πέραν των δημεύσεων και των κατασχέσεων σε λογαριασμούς και κινητά, και αποζημίωση υπέρ του δημοσίου ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, από τα οποία το ένα εκατ. ευρώ θα το πληρώσει ο Ακης Τσοχατζόπουλος και όλοι οι άλλοι τα υπόλοιπα.

Τι θα γίνουν, όμως, τα ακίνητα που δημεύθηκαν, θα αξιοποιηθούν ή θα αφεθούν να απαξιωθούν εμπορικά και πραγματικά, παραδομένα και αυτά στη δίνη των προβλημάτων της δημόσιας διοίκησης και των παθογενειών της κρατικής μηχανής;

Δικαστές και εισαγγελείς με γνώση των θεμάτων διαχείρισης από την πολιτεία των ακινήτων που δημεύονται, εκφράζουν προβληματισμούς για την τύχη των ακινήτων αυτών, πολλά από τα οποία, όπως το σπίτι του Ακη Τσοχατζόπουλου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ή εκείνο της κόρης του Αρετής στην οδό Δεινοκράτους στο Κολωνάκι, έχουν, ακόμα, σημαντική αξία.

Οι προβληματισμοί τους σχετίζονται με την πραγματικότητα και επιτείνονται από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το Δημόσιο, χωρίς να διαθέτει προς το παρόν τους ανάλογους φορείς και τις κατάλληλες υποδομές, έχει «πνιγεί» από τα ακίνητα που περιέρχονται σε αυτό από τις αποποιήσεις κληρονομιών για οικονομικούς λόγους.

Σημαντικό, επίσης, είναι πως τα ακίνητα αυτά, όπως του Ακη Τσοχατζόπουλου που δεσμεύθηκαν προσωρινά από το 2012, όταν ο πρώην υπουργός και μέλη της οικογενείας του συνελήφθησαν, δηλαδή πριν από πέντε και πλέον χρόνια, δεν έτυχαν κάποιας αξιοποίησης μέχρι τώρα που εκδόθηκε η τελεσίδικη δικαστική απόφαση και τα ακίνητα αυτά περνούν στην ιδιοκτησία του Δημοσίου.

Η μη αξιοποίησή τους, που στέρησε ήδη από το Δημόσιο χρήματα και μείωσε την αξία των ίδιων των ακινήτων, οφείλεται στο ότι το Εθνικό Γραφείο Ανάκτησης Περιουσίας, που λειτουργεί στο ΣΔΟΕ, περιορίζεται στην αναζήτηση περιουσιακών στοιχείων για εμπλεκομένους με παράνομες πρακτικές αλλά δεν αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία που δεσμεύεται προσωρινά.

Η αξιοποίηση των δεσμευμένων ακινήτων ή και των χρημάτων που βρίσκονται και κατάσχονται προσωρινά μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, είναι πράγματι ένα σημαντικό θέμα, όπως επισημαίνουν στην «Κ» εισαγγελείς και δικαστές.

Ιδρυση αρμόδιου φορέα

Η νομοθετική και ουσιαστική υποδομή που διαθέτει η πολιτεία δεν δίνει λύση για την αξιοποίηση των προσωρινών δεσμεύσεων και των οριστικών δημεύσεων.

Πολλά επενδύονται για να λυθεί το θέμα αυτό σε επικείμενη ρύθμιση που πρόκειται σύντομα να έρθει στη Βουλή από τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης Δημήτρη Παπαγγελόπουλο.

Πρόκειται για ρυθμίσεις που αφορούν πέραν όλων των άλλων και σε ενσωμάτωση κοινοτικής οδηγίας για την ίδρυση και στη χώρα μας Γραφείου Διαχείρισης Περιουσιακού Οφέλους, Asset Management Office, όπως ονομάζεται, που φροντίζει για τη διαχείριση της ακίνητης αλλά και κινητής περιουσίας που περιέρχεται στην ιδιοκτησία του Δημοσίου.

Ελλιπή κίνητρα

Τα ακίνητα Τσοχατζόπουλου δεν είναι τα μόνα δημευμένα περιουσιακά στοιχεία που αναζητούν αξιοποίηση υπέρ του Δημοσίου. Το παράδειγμα του επιχειρηματία Λάκη Γαβαλά, που με δική του πρωτοβουλία, όταν ήταν στη φυλακή, άφησε στο Δημόσιο σημαντικό ακίνητο για ποινικές εκκρεμότητες που είχε από χρέη, είναι χαρακτηριστικό. Το ακίνητο αυτό, λόγω των δυσχερειών που εμφανίζονται στο νομοθετικό πλαίσιο για την εκμετάλλευση ακινήτων «που φθάνουν στα χέρια» του Δημοσίου, δεν αξιοποιήθηκε.

Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Και θα ήταν ίσως περισσότερα τα οφέλη, αν τελικώς είχαν προχωρήσει οι νομοθετικές ρυθμίσεις που τόσο διαφημίστηκαν από το 2012 και μετά για διευκόλυνση όσων επιθυμούν να «επιστρέψουν τα κλεμμένα», εξασφαλίζοντας ευνοϊκή ποινική μεταχείριση.

Τελικώς, οι ρυθμίσεις αυτές δεν απέκτησαν ώς σήμερα το εύρος που θα αποτελούσε κίνητρο για εμπλεκομένους σε καταχρήσεις δημοσίου χρήματος και η Δικαιοσύνη από την πλευρά της δεν στήριξε με τις αποφάσεις της μια τέτοια προοπτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των δύο εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου (Ο. Μελάς και Κ. Αντωνιάδης), που ενώ βοήθησαν στην αποκάλυψη της ροής του «μαύρου» χρήματος και δεν δικάστηκαν γι’ αυτό στην Ελβετία, εντούτοις το δικαστήριο εδώ τους καταδίκασε σε κάθειρξη έξι χρόνων.

Λύση στο αδιέξοδο

Πάντως, η απόφαση για τον Τσοχατζόπουλο, πέραν όλων των άλλων, κατέδειξε και τούτο. Ακόμα και υπάρχοντος του νόμου περί ευθύνης υπουργών, που δεν επιτρέπει ουσιαστικές και πραγματικές έρευνες για τα πολιτικά πρόσωπα, η Δικαιοσύνη, παρά τα προβλήματα και τις παθογένειές της, μπόρεσε να φέρει εις πέρας την υπόθεση. Βρήκε τρόπο να απαγγελθούν κατηγορίες κατά του πρώην υπουργού, κατηγορώντας τον για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος, κατηγορία που ξεπερνούσε τις απαγορεύσεις του νόμου για την ευθύνη των υπουργών. Ηταν κάτι κι αυτό μέσα στο κλίμα της γενικευμένης ανομίας που κυριαρχεί για δεκαετίες, δηλητηριάζοντας την κοινωνική κλίμακα από πάνω ώς κάτω με συνέπειες, δυστυχώς, μακροπρόθεσμες και διαλυτικές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ