ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα αλλεπάλληλα εμπόδια στο Ελληνικό απειλούν την επένδυση, λέει η Lamda

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αιφνιδιαστική ανατροπή των συμφωνηθέντων» για το Ελληνικό, που «δημιουργεί έντονο προβληματισμό ως προς τη δυνατότητα υλοποίησης της επένδυσης», χαρακτηρίζει τις πρόσφατες αποφάσεις του υπουργείου Πολιτισμού η Lamda Development, η οποία ηγείται του επενδυτικού σχήματος για την αξιοποίηση της έκτασης του πρώην αεροδρομίου, με το όποιο έχει δεσμευθεί συμβατικά το ελληνικό Δημόσιο.

Η πρώτη δημόσια επίσημη αντίδραση του επενδυτή συμπίπτει με τη συμπλήρωση τριών ετών από την υπογραφή της σύμβασης παραχώρησης με το ελληνικό Δημόσιο και έξι ετών από την προκήρυξη του διαγωνισμού. Το επαπειλούμενο ναυάγιο της μεγαλύτερης αστικής ανάπτυξης στην Ευρώπη έχει πλέον μετατραπεί σε μνημείο της ελληνικής αβελτηρίας, εκπέμποντας όλα τα λάθος μηνύματα σε ξένους δυνητικούς επενδυτές. Η εξέλιξη αναμένεται να δημιουργήσει πρόβλημα και στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, καθώς η συγκεκριμένη παραχώρηση έχει περιληφθεί στα προαπαιτούμενα.

Η αντίδραση του επενδυτή, που μιλάει για εμπόδια, ανακολουθίες και διαρραγείσα εμπιστοσύνη, έρχεται μετά την επιβολή δεκαέξι νέων όρων στην έγκριση του Σχεδίου Ανάπτυξης, σε σχετική απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, εκτιμάται πως περιορίζουν σημαντικά τόσο την έκταση όσο και τα ύψη δόμησης που έχουν συμφωνηθεί, ενώ επιπλέον δημιουργούν επιπρόσθετη γραφειοκρατία και επιμηκύνουν τους χρόνους των έργων.

Κυβερνητικές πηγές στις οποίες απευθύνθηκε η «Κ» ανέφεραν πως «αυτά όλα θα συζητηθούν στο Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης της κυβέρνησης, το όποιο εκτιμάται πως μπορεί να δώσει προς έγκριση στο ΣτΕ ένα σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που θα αίρει τις επιφυλάξεις του επενδυτή σε ποσοστό έως και 90%».

Αργά το βράδυ της Παρασκευής, μάλιστα, πηγές του Μαξίμου δήλωναν πως «η ελληνική κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι θα τηρηθούν από την ελληνική πολιτεία όλες οι συμβατικές δεσμεύσεις της ως προς την επένδυση του Ελληνικού» και καλούσαν τον επενδυτή «σε καλόπιστη συνεργασία», προσθέτοντας πως «αυτονόητη προϋπόθεση είναι και η τήρηση από τον επενδυτή των δικών του δεσμεύσεων».

Για την πρόσφατη κήρυξη αρχαιολογικού χώρου, η Lamda Development αναφέρει πως τα αρχαιολογικά ευρήματα εντός της έκτασης είχαν γνωστοποιηθεί στους εννέα υποψήφιους επενδυτές, στο πλαίσιο του διεθνούς διαγωνισμού του 2011, και τα έλαβε υπόψη της κατά τον σχεδιασμό της ανάπτυξης με ιδιαίτερη μέριμνα για την ανάδειξή τους. Σημειώνει δε πως «η επικυρωμένη από τη Βουλή σύμβαση περιλαμβάνει συγκεκριμένες ρυθμίσεις για την περίπτωση εύρεσης νέων αρχαιοτήτων, ενώ, ούτως ή άλλως, εξακολουθούν να ισχύουν καθ’ ολοκληρία και όσα προβλέπουν οι αρχαιολογικοί νόμοι». «Παρ’ όλα αυτά και παρά το γεγονός ότι δεν προέκυψε κανένα νέο εύρημα, το υπουργείο Πολιτισμού κήρυξε νέο αρχαιολογικό χώρο», με αποτέλεσμα η «εταιρεία να βρίσκεται αντιμέτωπη με αιφνιδιαστική ανατροπή των συμφωνημένων, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υλοποίηση του Σχεδίου Ανάπτυξης». Και αυτά, παρότι έχουν μεσολαβήσει η υπογραφή της αρχικής σύμβασης, η υπογραφή της τροποποιητικής σύμβασης και η κύρωσή τους από τη Βουλή. «Η ανατροπή αυτή επηρεάζει σημαντικό τμήμα του σχεδιασμού του έργου, αυξάνει σημαντικά και με τρόπο μη προβλέψιμο τους κινδύνους από τη γραφειοκρατία, ενώ δυσχεραίνει σημαντικά την προώθηση των επιμέρους επενδύσεων», εξηγεί. Επιπλέον, η αβεβαιότητα επιδεινώνεται από την εκτίμηση πως η υπουργική απόφαση αναιρεί και το μνημόνιο για τα αρχαία, το οποίο έχει εγκριθεί από έντεκα υπουργούς στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής.

Αλλοίωση σχεδίου

Στην κυρωμένη από τη Βουλή σύμβαση προβλέπεται ρητά ως όρος για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης η έγκριση του ΣΟΑ «ουσιωδώς στη μορφή στην οποία υποβλήθηκε». Αλλά η υπουργική απόφαση που υπέγραψε η υπουργός Πολιτισμού τη Δευτέρα επιβάλλει δεκαέξι νέους όρους. «Συνεπώς, δημιουργούνται ανατροπές, κενά και ασάφειες, τα οποία προετοιμάζουν το έδαφος για νέες μελλοντικές αυθαίρετες ερμηνείες, από όπου κι αν αυτές προέλθουν. Είναι προφανές, ότι η επένδυση δεν είναι δυνατόν να ευοδωθεί, όσο συνεχείς ανατροπές και νέα εμπόδια οδηγούν σε αλλοίωση του Σχεδίου Ανάπτυξης με τρόπους που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση», υπογραμμίζει η Lamda.

Ενα από αυτά είναι και ο περιορισμός στα ύψη των κτιρίων. «Ενώ ο νόμος με βάση τον οποίο σχεδιάστηκε η ανάπτυξη έθετε τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να υλοποιηθεί μεγάλος αριθμός υψηλών κτιρίων, χωρίς περιορισμό ύψους, η υπουργική απόφαση θέτει ως όρο την επανεξέταση του ύψους, αλλοιώνοντας έτσι τη δέσμευση των νόμων απέναντι στους επενδυτές».

Και καταλήγει εξηγώντας πως «το σύνολο αυτών των ανατροπών και ανακολουθιών, αλλά και η πρακτική της συνεχούς έγερσης νέων εμποδίων, διαρρηγνύουν το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και, ταυτόχρονα, δημιουργούν έντονο προβληματισμό ως προς τη δυνατότητα υλοποίησης της επένδυσης», ενώ «εγείρουν πολλαπλά και εύλογα ερωτήματα για πολλά ζητήματα». Σε κάθε περίπτωση, δηλώνει πως η ίδια παραμένει από την πρώτη στιγμή προσηλωμένη στα συμβατικά κείμενα που έχει υπογράψει και «δεν έχει άλλη επιλογή παρά να απαιτήσει το ίδιο και από τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη, καθότι αυτό αποτελεί τη μόνη ασφαλή οδό για την επιτυχή πλήρωση όλων των αιρέσεων και την έναρξη του έργου».

Φόβοι για νέες καθυστερήσεις λόγω αρχαιολογικού χώρου

Η κήρυξη αρχαιολογικού χώρου έχει, κατά τη Lamda Development, ως συνέπεια να επαπειλούνται «σημαντικές καθυστερήσεις στη διαδικασία αδειοδότησης και είναι αυτονόητο ότι αυτές αποτελούν σημαντικά εμπόδια για την ολοκλήρωση του έργου».

Και αυτό, διότι κήρυξη σημαίνει πως η οποιαδήποτε δραστηριότητα εκεί κατ’ αρχάς απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνο έπειτα από θετική εισήγηση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας και απόφαση του υπουργείου. Η διαδικασία για τη χορήγηση οποιασδήποτε άδειας περιλαμβάνει την υποχρεωτική ενημέρωση της αρχαιολογικής υπηρεσίας πριν από την έναρξη κάθε εργασίας ή έργου, την υποβολή φακέλου, πιθανόν αυτοψία, γνωμοδότηση από το αρμόδιο αρχαιολογικό συμβούλιο, πιθανή τροποποίηση της εκάστοτε μελέτης ή επιβολή άλλων όρων, την παρακολούθηση των όποιων εργασιών από την αρχαιολογική υπηρεσία κ.ά. «Ολα τα ανωτέρω μεταβάλλουν επί τα χείρω την κατάσταση του ακινήτου σε σχέση με τα συμφωνηθέντα και τελικά αλλοιώνουν την αξία του ακινήτου που έχει παραχωρηθεί από τον διεθνή διαγωνισμό, ενώ η έκταση βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού, όχι μόνο κατά τη φάση της πρώτης έναρξης λειτουργίας, αλλά και για όσο διάστημα υφίσταται ο χαρακτηρισμός αυτός», εκτιμά η Lamda.

Τα περισσότερα από τα ανωτέρω ισχύουν όχι μόνο για όσα ακίνητα βρίσκονται εντός αρχαιολογικού χώρου, αλλά και για όσα βρίσκονται «πλησίον» αυτού. Αλλά ο όρος «πλησίον» ερμηνεύεται κατά περίπτωση. Κατά τον επενδυτή όμως «η κήρυξη δεν προσφέρει καμία επιπλέον προστασία σε πιθανά νέα ευρήματα, σε σχέση με το μνημόνιο και τον αρχαιολογικό νόμο. Η σημαντική διαφορά είναι ότι αυξάνει ιδιαίτερα τη γραφειοκρατική διαδικασία».

Η χωροθέτηση ψηλών κτιρίων στο σχέδιο ανάπτυξης έγινε για να μειωθεί η κάλυψη της επιφάνειας και να «απελευθερωθούν» χώροι πρασίνου και κοινής χρήσης, εξυπηρετώντας παράλληλα τον στόχο της ανέγερσης κτιρίων-τοποσήμων, επισημαίνει η Lamda. Και θεωρεί πως, πέραν του ότι η ανέγερσή τους είχε συμφωνηθεί συμβατικά, το επιχείρημα κατά της δόμησης ψηλών κτιρίων στην Αθήνα, η ανησυχία δηλαδή ότι θα επισκιάσουν την Ακρόπολη, «στερείται πραγματικής βάσης στην περίπτωση του Ελληνικού, καθώς η προς αξιοποίηση έκταση βρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον 10 χιλιομέτρων από το μνημείο».

Στο Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης προτείνεται η χωροθέτηση 6 ψηλών κτιρίων, όλα κάτω από 200 μέτρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ