Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Τάξη υπό εξαφάνιση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εντυπωσιάζει η φτώχεια της μεσαίας τάξης –όσοι κερδίζουν καθαρά από 524 έως 1.752 ευρώ μηνιαίως– γιατί αντανακλά σκανδαλιστικά τη δραματική οικονομική μας κατάσταση. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, στα μεσαία εισοδήματα εντάσσονται όσοι λαμβάνουν από το 60% έως το 200% του μέσου μηνιαίου μισθού.

Μιλώντας για το κοινωνικό μέρισμα ο υπουργός Οικονομικών είπε ότι «πιάνει ένα μεγάλο κομμάτι της μεσαίας τάξης, γιατί ετήσιο εισόδημα 12.000 έως 18.000 ευρώ δεν είναι... στα κατώτερα στρώματα» και προκάλεσε σφοδρότατες αντιδράσεις. Δικαίως. Διότι μια τετραμελής οικογένεια με μεικτά μηνιαία έσοδα έως 1.285 ευρώ, όπως ο υπουργός σημείωσε, στην πραγματικότητα είναι μια πτωχευμένη, πρώην μεσαία οικογένεια, που ζει με μισθούς Βαλτικής και δαπάνες διαβίωσης Γαλλίας, απολαμβάνοντας ελάχιστα πέραν των απολύτως στοιχειωδών, άρα μη βιώνοντας τη χαρακτηριστική άνεση της μεσαίας τάξης (το μορφωτικό επίπεδο, ή η κατοχή ακίνητης περιουσίας που άλλοτε ενέτασσαν κάποιον αυτομάτως στη μεσαία τάξη δεν αποτελούν πλέον στοιχείο εισόδου σε αυτήν). Παρασυρμένοι από την αμεσότητα των αριθμών, αποδεχόμαστε τα πάντα, ακόμη και την τραγωδία. Κι αν οι σημερινές πολιτικές και η υπερφορολόγηση συνεχιστούν, όπως δήλωσε ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η μεσαία τάξη θα εισέλθει ολοκληρωτικά στη ζώνη της φτώχειας. Kαι τα παιδιά της θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς, αποκλεισμένα από το όνειρο της εύκολης (συχνά με δανεισμό) υπερπήδησης των τάξεων.

Η μεσαία τάξη αποτελούσε πάντα το πολυπληθές σταθερό κέντρο των αναπτυγμένων κοινωνιών, την ομάδα στην οποία στηρίχθηκε το λεγόμενο μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της Δύσης, τον βασικό πυλώνα της, το βαρόμετρο της ευημερίας, το μαξιλάρι που άμβλυνε τους κραδασμούς της ανισομερούς κατανομής πλούτου, απορροφούσε τις συγκρούσεις μεταξύ των άκρων, κινούσε την οικονομία με τη σταθερή ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών. Χρόνια τώρα οι μικρομεσαίοι σηκώνουν το βάρος της κρίσης, χωρίς ελπίδα για ανάκτηση του χαμένου εδάφους. Με την απογοήτευση να αδρανοποιεί, να απομυζά την ενεργητικότητα, που αποτελεί τη δρώσα αρχή της κοινωνικής προόδου, στρώνοντας το έδαφος, χωρίς επιχρίσματα, ίσως στο επόμενο κύμα βαρβαρότητας, σε νέες ακρότητες και νέα απόλυτα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ