ΚΟΣΜΟΣ

Ξύπνησε η «ωραία κοιμωμένη» της Λισσαβώνας

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

Η υπεύθυνη Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε. Φεντερίκα Μογκερίνι μετά την υπογραφή της PeSCo, την περασμένη Δευτέρα, στις Βρυξέλλες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η «ωραία κοιμωμένη» της Συνθήκης της Λισσαβώνας άνοιξε τα μάτια της την περασμένη Δευτέρα. Η PeSCo (Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία στον τομέα της άμυνας) που είχε περιληφθεί στη συνθήκη του 2009, ενεργοποιήθηκε με τις υπογραφές 23 μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σε μια τελετή την οποία η υπεύθυνη Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε., Φεντερίκα Μογκερίνι, χαρακτήρισε «ιστορική».

Οι «23» (28 πλην Βρετανίας που βρίσκεται στην έξοδο, Δανίας που έχει αυτοεξαιρεθεί από την κοινή πολιτική ασφαλείας, Μάλτας που δεν συμφωνεί, Ιρλανδίας και Πορτογαλίας των οποίων οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν κοινοβουλευτικές αντιδράσεις) δεσμεύονται να αυξάνουν κάθε χρόνο με συντονισμένο τρόπο τις αμυντικές δαπάνες τους, να αναπτύσσουν από κοινού στρατιωτικές δυνατότητες και να διαθέτουν υλικό και δυνάμεις για κοινές επιχειρήσεις.

Και η Ελλάδα

Από την απαίτηση για αύξηση δαπανών δεν εξαιρούνται ούτε χώρες που διαθέτουν πολύ μεγαλύτερους αμυντικούς προϋπολογισμούς από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο και έχουν υποφέρει από σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή, όπως η Ελλάδα. Παράλληλα, δημιουργείται Ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο, στο οποίο θα κατευθύνονται κάθε χρόνο 500 εκατ. ευρώ από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και 5 δισ. ευρώ από συνεισφορές των κρατών-μελών και άλλους πόρους, ώστε να ενισχύονται οι πανευρωπαϊκοί «πρωταθλητές» της αμυντικής βιομηχανίας. Η PeSCo εντάσσεται πλήρως στο θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. (λήψη αποφάσεων με ομοφωνία από το συμβούλιο υπουργών), ενώ προβλέπεται μηχανισμός αξιολόγησης που θα ελέγχει αν το εθνικό σχέδιο κάθε χώρας συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Ενα από τα κριτήρια αξιολόγησης θα είναι το αν η χώρα έχει επισπεύσει τις απαιτούμενες διαδικασίες (fast track). Πάντως, η χώρα με τις πιο απαιτητικές διαδικασίες έγκρισης παραμένει η Γερμανία, καθώς κάθε αποστολή Γερμανών στρατιωτών εκτός γερμανικού εδάφους προϋποθέτει συγκατάθεση της Βουλής.

Αυτό δεν θα παρεμποδίσει την κεντρική, σύμφωνα με τη γερμανική αντίληψη, λειτουργία της PeSCo, που είναι η δημιουργία οικονομιών κλίμακας στους κόλπους της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Σε αντίθεση με την προσέγγιση της Γαλλίας, η οποία θα επιθυμούσε έναν μικρό ευέλικτο πυρήνα κρατών έτοιμων να αναλάβουν «απαιτητικές αποστολές» (στρατιωτικές επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή), η Γερμανία επιδίωξε και πέτυχε τον μεγαλύτερο αριθμό συμμετοχών και την πλήρη υπαγωγή του εγχειρήματος στους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Ενώ, όμως, στο σκέλος του συντονισμού συμμετέχουν 23, στο σκέλος των κοινών αποστολών υπάρχει «opt in» (ένταξη μόνο όσων το επιλέξουν), φέρνοντας πιο κοντά το ευρωπαϊκό εκστρατευτικό σώμα που περιέγραψε στην ομιλία του στη Σορβόννη ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν.

Εξάλλου, γερμανικές πολιτικές δυνάμεις όπως οι Σοσιαλδημοκράτες, που αντιδρούν έντονα στην αύξηση των αμυντικών δαπανών όταν η πρόταση προέρχεται από τους πολιτικούς τους αντιπάλους, είναι πολύ πιο πρόθυμες να εγκρίνουν τη μεταβίβαση δισεκατομμυρίων στην πολεμική βιομηχανία αν η διαδικασία έχει ευρωπαϊκό πρόσημο. Το ίδιο ισχύει με την προβολή γερμανικής ισχύος. Με την PeSCo, η Γερμανία μπορεί να στηρίξει στρατιωτικές αποστολές για τις οποίες δεν θα χρειάζεται κοινοβουλευτική έγκριση, αφού στην πρώτη γραμμή μπορούν να σταλούν συνδυασμένες στρατιωτικές δυνάμεις άλλων, πιο πρόθυμων ευρωπαϊκών χωρών.

Η PeSCo εκπληρώνει τα 3 «D» των ΗΠΑ

Το 1999, η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ είχε προσδιορίσει τις τρεις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες οι ΗΠΑ θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Πρόκειται για τα λεγόμενα 3 «D»: Οχι επανάληψη (duplication) στρατιωτικών λειτουργιών που φέρνει σε πέρας με επιτυχία το ΝΑΤΟ, όχι αποσύνδεση (decoupling) από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και όχι διακρίσεις (discrimination) απέναντι σε μέλη του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της Ε.Ε., όπως η Τουρκία και σύντομα και η Βρετανία.

Η Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία (PeSCo) μπορεί να εκπληρώσει και τα τρία κριτήρια της Μαντλίν Ολμπράιτ, όπως φαίνεται από την ιδρυτική δήλωσή της και από την ικανοποίηση του γ.γ. του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτεμπεργκ, ο οποίος τη χαρακτήρισε «καλή για το ΝΑΤΟ και καλή για την Ευρώπη». Οι εξελίξεις που επέτρεψαν στην ευρωπαϊκή ηγεσία να βγάλει την ιδέα της θεσμοθετημένης αμυντικής συνεργασίας από την κατάψυξη δίνουν στη συνεργασία αυτή κατεύθυνση συμβατή προς τους στόχους και τις επιδιώξεις του ΝΑΤΟ.

Πιο συγκεκριμένα, η ώθηση δόθηκε από την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, από το γενικευμένο αίσθημα απειλής που προξένησαν στους πολίτες μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών οι επιθέσεις τζιχαντιστών και από την εντύπωση ότι το προσφυγικό μπορεί να επιλυθεί με στρατιωτικά μέσα. Το πάγιο αίτημα των ΗΠΑ για αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών ικανοποιείται, με τους Ευρωπαίους παράλληλα να θεμελιώνουν την απόφασή τους ως χειραφέτηση απέναντι στον απρόβλεπτο Ντόναλντ Τραμπ.

Επιπλέον, η εξέλιξη που αναδιάταξε το σκηνικό είναι η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας. Τις τελευταίες δεκαετίες, κάθε σκέψη στενότερης ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας προσέκρουε στο βέτο του Λονδίνου, που θεωρούσε ότι περιττεύει εφόσον υπάρχει το ΝΑΤΟ. Με το Brexit η Γαλλία χάνει τον μοναδικό εταίρο με τον οποίο μπορούσε να συνάψει διμερή συνεργασία, στη βάση της ικανότητας και της θέλησης των δύο χωρών να αναπτύσσουν δυνάμεις στο εξωτερικό.

Ιστορικά, η Γαλλία ήταν η χώρα που ανέλαβε την πρωτοβουλία με το σχέδιο Πλεβέν για την πρώτη μεταπολεμική ευρωπαϊκή αμυντική ένωση, την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, την οποία όμως η ίδια η γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε το 1954. Οι Γάλλοι κομμουνιστές, που θεωρούσαν ότι η αμυντική συνεργασία θα στραφεί κατά της Σοβιετικής Ενωσης και οι γκωλικοί, που φοβούνταν ότι θα οδηγήσει σε επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τορπίλισαν το σχέδιο εκείνο. Εξι δεκαετίες αργότερα, η Γαλλία έχει συμβιβαστεί και με τα δύο αυτά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ