ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Eχω πραγματικά εντυπωσιαστεί με το ενδιαφέρον που ήδη υπάρχει για το ντοκιμαντέρ μας. Αλλά προς το παρόν, θα επικεντρωθούμε στην πρεμιέρα στο Aμστερνταμ. Ελπίζουμε η ταινία να προβληθεί στην Ελλάδα το 2018». Αυτό ήταν το μήνυμα που έστελνε ο Νορβηγός σκηνοθέτης Χόβαρντ Μπούστνες σε όσους Ελληνες δημοσιογράφους τού κατέθεταν το τελευταίο διάστημα αιτήματα για μια συνέντευξη ή μια κόπια της ταινίας του «Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής». Με το που κυκλοφόρησε το τρέιλερ, μέσα σε λίγες ώρες είχε χιλιάδες «χτυπήματα» και όχι άδικα.

Ο Μπούστνες είχε πετύχει αυτό που κανείς δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα: Να αποκτήσει με την κάμερά του μοναδική πρόσβαση στα άδυτα της Χρυσής Αυγής και στη συνέχεια να την αποδομήσει. Η «Κ» ταξίδεψε στο Αμστερνταμ για να παρακολουθήσει την πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ αλλά και να μιλήσει με τον ίδιο τον σκηνοθέτη για τα συμπεράσματα που ίδιος έβγαλε έπειτα από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με το ακροδεξιό κόμμα.

Η προβολή του ντοκιμαντέρ στην Ολλανδία. (Φωτογραφία: «Golden Dawn Girls»)

«Από παιδί ερχόμουν στην Ελλάδα για διακοπές. Για έναν τύπο σαν και εμένα από τον κρύο Βορρά, η χώρα σας έμοιαζε πάντα ένας παράδεισος», εξηγεί. «Οταν έμαθα λοιπόν πως η Χρυσή Αυγή ήταν το πέμπτο κόμμα στη Βουλή σοκαρίστηκα και ήθελα να μάθω περισσότερα για το τι σας συνέβη».

Ηξερε πως το εγχείρημα δεν θα ήταν εύκολο αλλά ήταν τυχερός. Ενας καλός του φίλος –και συμπαραγωγός στην ταινία– είχε μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα ενός άλλου καθαρά μουσικού ντοκιμαντέρ για τη νορβηγική heavy metal σκηνή και ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές ήταν ο Γιώργος Γερμενής γνωστός και ως Καιάδας, μέλος ενός τέτοιου συγκροτήματος και βουλευτής της Χρυσής Αυγής. Το συνεργείο τους είχε περάσει πολλές ώρες με τον ίδιο και την οικογένειά του, οπότε όταν εκείνος προφυλακίστηκε, πρότειναν στη σύζυγό του να κάνουν ένα δεύτερο ντοκιμαντέρ για τις γυναίκες του κόμματος. Εκείνη συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Δεν με ρώτησε ποτέ τίποτα παραπάνω ούτε καν τις πολιτικές μου πεποιθήσεις», εξηγεί ο σκηνοθέτης στην «Κ».

Ξεκίνημα με δυσπιστία

Οταν ξεκίνησε, άλλοι δημοσιογράφοι τον προειδοποίησαν πως θα έπρεπε να προσέχει για την ασφάλειά του. Εκείνος προσπαθούσε να περνάει όσο γίνεται απαρατήρητος, πολλές φορές φορώντας μαύρα ρούχα. Τον πρώτο καιρό πράγματι τον αντιμετώπιζαν με δυσπιστία, «κλείσε την κάμερα» του είχαν φωνάξει αγριεμένα στα κεντρικά του κόμματος. Η Γερμενή επεμβαίνει, «θέλει να δείξει πως είμαστε κανονικοί άνθρωποι με οικογένειες». «Είσαι σίγουρη πως δεν θα παιχτεί σε καμία ΕΡΤ;», τη ρωτάει ο Παναγιώταρος. «Νορβηγοί είναι καλέ», του απαντά.

Εκείνη τον συστήνει στη μητέρα του Παναγιώτη Ηλιόπουλου. Στο πατρικό σπίτι του κατηγορούμενου βουλευτή, δίπλα από μια πισίνα με αρχαία αγάλματα, εξηγεί πως για χρόνια υπηρέτησε στο ΠΑΣΟΚ, πλέον όμως ανήκει στη Χρυσή Αυγή «το μοναδικό εθνικιστικό κόμμα στην Ελλάδα». Αργότερα τη βλέπουμε να ξεσκονίζει τις δεκάδες καραμπίνες της, να μαθαίνει στα εγγόνια της πώς να κρατούν σωστά ψεύτικα όπλα, ενώ δίνει μια δική της εκδοχή για το τι κρύβεται πίσω από τη δίωξη: «Ο Σαμαράς, πήγε στην Αμερική σε ένα Εβραϊκό Συμβούλιο και εκεί του είπαν ότι πρέπει να κατεβάσει τη Χρυσή Αυγή πάση θυσία». «Μην κοροϊδευόμαστε, τώρα που μιλάμε εγώ παρακολουθούμαι μέσα από τα τηλέφωνα», προειδοποιεί σε άλλη στιγμή αναλύοντας μία ακόμα θεωρία συνωμοσίας.

Η πρόσβαση στην τρίτη πρωταγωνίστρια, την κόρη του αρχηγού του κόμματος Ουρανίας Μιχαλολιάκου, ήταν πιο δύσκολη: «Πήρε τουλάχιστον έξι μήνες μέχρι να δεχθεί κατ’ αρχάς να μας γνωρίσει», εξηγεί. «Και πώς την πείσατε;», τον ρωτάμε «Δεν χρειάστηκε, δεν με ρώτησε ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Απλά κάποια στιγμή δέχθηκε». Η εμπιστοσύνη βέβαια ήρθε σταδιακά. «Είχε πλάκα γιατί στην αρχή μας επιτρεπόταν να τραβάμε μόνο στον πρώτο όροφο των αρχηγείων», θυμάται ο Μπούστνες. «Ηθελαν να νιώθουν πως έχουν τον έλεγχο. Επειτα από λίγο κάπως χαλάρωσαν και μας άφησαν να ανέβουμε στον δεύτερο, ύστερα από κάποιους μήνες στον τρίτο, στον τέταρτο και στο τέλος είχαμε την άδεια να τραβάμε ακόμα και στο γραφείο του Μιχαλολιάκου στον πέμπτο όροφο».

Παράλληλα, μπήκε στα σπίτια τους, στα ραντεβού με τους δικηγόρους, τις ακολούθησε στη φυλακή, και τους έκανε δύσκολες ερωτήσεις για τη δικαστική υπόθεση μέχρι το ναζιστικό παρελθόν –αλλά και παρόν– του κόμματος.

«Θα τους πιούμε το αίμα με το καλαμάκι»

Ο σκηνοθέτης ομολογεί πως ήταν σε μια διαρκή εσωτερική αντιπαράθεση με τις πρωταγωνίστριες, ειδικά με τη Γερμενή που προσπαθούσε να έχει τον έλεγχο των γυρισμάτων. Οταν, για παράδειγμα, εκείνη αρνείται πεισματικά πως κάτι που ήταν καταγεγραμμένο είχε όντως συμβεί, ο Μπούστνες χάνει την ψυχραιμία του. «Μα το είδα στο Ιντερνετ (…) δεν ήθελες να τα δω; Θες να βλέπω μονάχα τα ευχάριστα, τις φωτογραφίες σου με μωρά», της λέει.

To ίδιο θα συμβεί και προς το τέλος της ταινίας με την Ουρανία Μιχαλολιάκου. Η σχέση τους ήταν εξαρχής περίπλοκη. «Είναι η κόρη του αρχηγού, πρέπει να προσέχω τα λόγια μου», μονολογεί μπαίνοντας πρώτη φορά στο διαμέρισμά της. Εκεί του συστήνει την Κάντι, ένα μικρόσωμο λευκό σκυλάκι το οποίο ντύνει με ένα λευκό ρούχο με κόκκινους φιόγκους. Του δείχνει τη συλλογή της από τις αγαπημένες της ταινίες του Ντίσνεϊ και τα επιτραπέζια που παίζει με την παρέα της. «Αυτά κάνουμε εμείς οι κακοί φασίστες, δεν σκοτώνουμε κόσμο, συγγνώμη αν σας χαλάμε τον μύθο», λέει. Η κάμερα όμως θα την «πιάσει» άλλες στιγμές να σχολιάζει πως «θα τους πιούμε το αίμα με το καλαμάκι» ή να προσπαθεί να υποβαθμίσει την αξιοπιστία μιας μάρτυρος κατηγορίας που είχε δεχθεί επίθεση από τη Χρυσή Αυγή λέγοντας πως λέει ψέματα γιατί «αν είχε φάει μπουνιά από δικό μας δεν θα μπορούσε καν να μιλήσει».

Ο Μπούστνες θυμάται πως όταν την πρωτογνώρισε είχε την αίσθηση πως ήθελε να έχει μια κανονική ζωή, πως δεν ήθελε να είναι κομμάτι της Χρυσής Αυγής, «σπούδαζε ψυχολογία και μου είχε πει πως ήθελε να φύγει από την Ελλάδα να συνεχίσει τις σπουδές της (στην ψυχοπαθολογία) στην Αγγλία». Στο τέλος της ταινίας, όμως, καταλαβαίνει πως η αρχική του εκτίμηση ήταν λανθασμένη.

Της δείχνει φωτογραφίες του πατέρα της να χαιρετάει ναζιστικά μπροστά από τη σημαία του Χίτλερ και εκείνη εξηγεί: «Νομίζω πως του άρεσε εκείνη η περίοδος της Ιστορίας αλλά όχι, δεν πιστεύω πως είναι ναζί». «Το πιστεύεις πραγματικά ή είναι ένα ψέμα που λες στον εαυτό σου; Ξέρεις Ουρανία, μπορείς να τον αγαπάς αλλά να πεις δεν υποστηρίζω αυτό το κομμάτι του», της λέει και εκείνη ενοχλείται.

Σκήνη από το ντοκιμαντέρ με φωτογραφία του Νίκου Μιχαλολιάκου ο οποίος χαιρετάει ναζιστικά. (Φωτογραφία: «Golden Dawn Girls»).

«Στηρίζω τα πάντα που έχουν να κάνουν με εκείνον», απαντάει ψυχρά. «Στηρίζεις και τους ναζί;». Εκείνη αρνείται να απαντήσει, ο διάλογος συνεχίζεται, η ένταση κορυφώνεται και η Μιχαλολιάκου φεύγει από το γύρισμα. «Είχα περάσει πολύ χρόνο μαζί της και πραγματικά ήλπιζα πως υπήρχε κάτι άλλο πίσω από τη μάσκα. Πως θα μου έλεγε κάτι διαφορετικό. Αλλά δεν το έκανε. Η Χρυσή Αυγή τελικά είναι η ζωή της».

Εκείνη η φορά ήταν και η τελευταία που την είδε. Εκτοτε δεν έχουν ξαναμιλήσει. Την περασμένη Παρασκευή της έστειλε μια κόπια της ταινίας. Δεν του απάντησε ποτέ – μόνο η Γερμενή τού έστειλε μηνύματα. «Είναι θυμωμένη. Ηλπιζε πως θα έκανα μια ταινία που θα έδειχνε πως ο άνδρας της ήταν αθώος. Δεν υπήρχε, όμως, τέτοια περίπτωση».

Σκοπός επετεύχθη...

Συζητάμε για τη δίκη. Εχει πάει δυο φορές στο δικαστήριο και ελπίζει να πάρει άδεια και να κινηματογραφήσει κάποια συνεδρίαση. Τον ρωτάω ποιο είναι το δικό του συμπέρασμα σχετικά με τις κατηγορίες περί εγκληματικής οργάνωσης. «Είμαι σκηνοθέτης, δεν μπορώ να έχω άποψη για κάτι τόσο νομικό», απαντάει. «Αλλά πιστεύω πως καλώς γίνεται η δίκη. Είναι σημαντικό που γίνεται αυτή η δίκη», προσθέτει.

Ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ, Χόβαρντ Μπούστνες.

«Εάν σας ζητούσαν να καταθέσετε, θα το κάνατε;», τον ρωτάμε. «Γιατί όχι;», λέει γελώντας κάπως ξαφνιασμένος με την ερώτηση. Και αυτό γιατί, όπως εξηγεί, πιστεύει πως ο σκοπός του ήταν τελείως διαφορετικός και πως επετεύχθη: «Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τους καταλάβω. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσω γιατί δεν είμαι σίγουρος πως μπορεί κάποιος να τους καταλάβει. Μόνο όμως εάν δούμε το ποιοι πραγματικά είναι, το τι πιστεύουν, το πώς σκέπτονται, θα ξέρουμε ποιους έχουμε να αντιμετωπίσουμε και άρα πώς να τους πολεμήσουμε», καταλήγει.

«Γιατί κρατούν κρυφό ότι είναι ναζί...»

Για τέσσερα χρόνια ο Χόβαρντ Μπούστνες πηγαινοερχόταν μεταξύ Ελλάδας και Νορβηγίας. Μια από τις πιο έντονες περιόδους ήταν αυτή των εκλογών του 2015. Με τους άνδρες στη φυλακή, είδε τις τρεις γυναίκες να βγαίνουν από τη σκιά και να παίρνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, να δυναμώνουν επικίνδυνα. «Είμαστε σαν το ατσάλι, όσο το χτυπάς τόσο αυτό γίνεται σκληρότερο», θα πει η Γερμενή σε μια ομιλία. «Ο γιος μου είναι στη φυλακή. Δεν μπορεί να έρθει να σας μιλήσει», θα εξηγήσει η μητέρα του Ηλιόπουλου μοιράζοντας ψηφοδέλτια σε μια λαϊκή. «Δεν χρειάζεται να έρθει, να μη μας σκοτώσει», αντιλέγει μια περαστική. Εκείνη δεν πτοείται. Οταν αργότερα σε μια ταβέρνα κάποιος σχολιάζει πως ο Κασιδιάρης «έχει μακρύ χέρι», εκείνη απαντά: «Με αυτούς που έχουμε μπλέξει, ένας Κασιδιάρης μάς χρειάζεται, ο δικός μου (γιος) είναι μαλακός».

Ο γιος της ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές στην έφοδο σε ένα πανηγύρι στη Ραφήνα όπου χρυσαυγίτες εκφόβισαν και στη συνέχεια κατέστρεψαν με ιδιαίτερη αγριότητα τους πάγκους που είχαν στήσει μετανάστες. «Θέλετε να μου περιγράψετε τι κάνει ο γιος σας εκεί;», ζητάει ο σκηνοθέτης από την Ηλιοπούλου. Εκείνη βλέποντας το βίντεο απαντά: «Ζητάει τα χαρτιά τους και τους λέει και ευχαριστώ (…) και επειδή ήταν παράνομοι με “μαϊμού” προϊόντα, τελικά τους λέει “έχετε άδεια;” και οι άλλοι που είναι μαζί του γυρίζουν έναν πάγκο. Αυτό είναι όλο».

Το «Sieg Heil» στο μπράτσο

Ο Μπούστνες συνήθως δεν παρεμβαίνει, με τη βοήθεια του αρχειακού υλικού αφήνει τους χαρακτήρες να εκτεθούν μόνοι τους. Σε μια άλλη σκηνή η Ηλιοπούλου εξηγεί σε έναν ταξιτζή ότι εάν κάποιος αποκαλέσει τον γιο της ναζί, εκείνος θα παρεξηγηθεί τόσο, που «μπορεί να δώσει και μπούφλα». Οι θεατές όμως βλέπουν στη συνέχεια τη φωτογραφία του Ηλιόπουλου με χαραγμένο στο μπράτσο το ναζιστικό «Sieg Heil» και τον ίδιο να εξηγεί σε δημοσιογράφο πως επέλεξε να κάνει το τατουάζ στα γερμανικά γιατί του άρεσε η γραμματοσειρά. Ολοι στην αίθουσα του κινηματογράφου ξεσπάνε στα γέλια. «Γιατί πιστεύετε πως προσπαθούν τόσο έντονα να κρύψουν πως είναι ναζί;», θα ρωτήσει τον σκηνοθέτη κάποιος από το κοινό μετά το τέλος της προβολής. «Νομίζω πως είναι ρεαλιστές, θέλουν ψηφοφόρους και καταλαβαίνουν πως αυτή είναι μια πτυχή τους που πρέπει να παραμείνει κρυφή», απαντάει εκείνος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ