Σε ηλικία 98 ετών πέθανε το πρωί της Τετάρτης, ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης, ο παλαιότερος έμπορος της Αθήνας, μια από τις πιο ευπρεπείς και ευγενικές προσωπικότητες της πόλης.

Tαυτισμένος με την οικογενειακή επιχείρηση της οδού Ερμού, έδινε το παρών καθημερινά στο ομώνυμο, κλασικό κατάστημα του σημαντικότερου εμπορικού δρόμου της πρωτεύουσας παραδίδοντας μαθήματα ζωτικότητας και απαράμιλλου στιλ. Η κηδεία του θα γίνει την Παρασκευή στις 12 το μεσημέρι από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Ακολουθεί συνέντευξή του που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής τον Φεβρουάριο του 2016:

Μ’ αυτή την πένα υπέγραφε δελτάρια παραγγελίας, απογραφές, επιστολές, κάρτες, σε µια εποχή όπου ο λόγος είχε περισσότερη βαρύτητα από τα συµβόλαια. Τώρα µου έγραφε µια αφιέρωση στην πρώτη σελίδα ενός βιβλίου µε τα σχέδια του αδελφού του, Αλέξανδρου, του ζωγράφου του Ελληνοαλβανικού Μετώπου, λίγο πριν µε ξεπροβοδίσει. Κοντοσταθήκαµε στην πόρτα: «Ποιο είναι το πιο ακριβό ρούχο στη ζωή;» τον ρώτησα. «Οι καλοί τρόποι, παιδί µου», είπε χωρίς να το σκεφτεί ούτε µια στιγµή. «Χωρίς αυτούς είσαι γυµνός ακόµη κι αν φοράς το πιο καλοραµµένο κοστούµι». 

Η προηγούµενη ώρα πέρασε µέσα στην απόλυτη ηρεµία του καταστήµατος. Οι πωλήτριες τιτίβιζαν χαµηλόφωνα δίπλα στη βιτρίνα και εµείς καθίσαµε στο γραφείο του στο βάθος, υπό το βλέµµα των γονέων του, που τους έχει ζωγραφίσει ο αδελφός του. Επτά παιδιά έκανε ο ∆ηµήτρης Αλεξανδράκης µε καταγωγή από την Αµοργό, έξι αγόρια και µία µονάκριβη κόρη. Και ο νεότερος από τους γιους του, στα 96 του χρόνια σήµερα, παραµένει η επιτοµή της κοµψότητας. Φοράει ένα καλοδεµένο παπιγιόν πουά, κατάλευκο πουκάµισο και µαύρο σακάκι. Τα παπούτσια του είναι τόσο γυαλισµένα όσο και η λαβή από το µπαστούνι του, ενώ το περιποιηµένο του µουστάκι ανασηκώνεται ελαφρά όταν γελάει. Στο τηλεφώνηµα που του έκανα για να κανονίσουµε τη συνέντευξη, µου είπε: «Είστε από την “Καθηµερινή”; Να έρθετε. ∆εν είµαι απλός αναγνώστης. Είµαι οπαδός!».

Χωράει µια ολόκληρη ζωή µέσα σε µια σύντοµη διήγηση; Θαλερός και πνευµατικά οργανωτικός, φτιάχνει µικρά κεφάλαια ενώ µου µιλάει. Θυµάται τα παιδικά χρόνια στην Αθήνα, το βρετανικό αντιτορπιλικό όπου υπηρέτησε λόγω γλωσσοµάθειας στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, το βοµβαρδισµό του Πειραιά που τον βρήκε σε ένα πολεµικό καράβι στη νηοποµπή της επιστροφής από τη Μεσόγειο, τη συµµετοχή του στον τακτικό στρατό στον Εµφύλιο. «Με ρωτούν συχνά πώς βλέπω την Ελλάδα της κρίσης», λέει σε µια ξαφνική αναφορά στο σήµερα. «Η γενιά µου είχε ζήσει πολύ χειρότερα. ∆εν πρέπει να πτοούµαστε, αλλά να δούµε πώς θα ορθοποδήσουµε γρήγορα. Είναι το µόνο που πρέπει να µας νοιάζει. Νοµίζω ότι αυτό που µας λείπει σήµερα είναι η πίστη στην πατρίδα. Την ηµέρα που ξέσπασε ο πόλεµος του ’40, οι άνδρες πανηγύριζαν που θα πήγαιναν στο Μέτωπο. Η µάνα µου έστειλε έξι γιους στα όπλα χωρίς να βαρυγκοµήσει. Γυρίσαµε όλοι σώοι. Να τι λείπει...» Συνεχίζει: «Χάσαµε την αίσθηση του καθήκοντος. Και την ευπρέπειά µας. ∆ιότι και η ευπρέπεια είναι καθήκον να ξέρετε...».

Ο πατέρας του αγόρασε την επιχείρηση στην οδό Ερµού 27 το 1907 από έναν Καρυοφύλλη, ο οποίος είχε ιδρύσει τον οίκο το 1860. Ηταν υπάλληλός του. «Ο Καρυοφύλλης ήθελε να του χαρίσει το κατάστηµα µε την προτροπή να παντρευτεί µια συγγενή του. Οµως ο πατέρας µου είχε ήδη γνωρίσει την Ανδριώτισσα µάνα µου και ηγαπήθησαν. Τη φρόντιζε και την έντυνε εκείνος µέχρι το τέλος της ζωής τους. ∆εν έβρισκες ούτε έναν κόκκο σκόνης στο σακάκι του. Με εµάς ήταν αυστηρός, δεν µας παραχάιδεψε. Ηταν ένας άνθρωπος αρχών, που µετρούσε ο λόγος του και όλοι τον εµπιστεύονταν για το ήθος του. Θεωρούσε ότι αυτό ήταν η περιουσία του εµπόρου και του επιχειρηµατία. Ετσι µεγάλωσα και εγώ την κόρη µου αλλά και εκείνη τον εγγονό µου, που σπουδάζει στην Αµερική. Να σέβονται τις αρχές τους. Και αυτό που µε πονά είναι ότι αυτές τις αρχές δεν τις σέβεται πια η χώρα και έχουµε ξεπέσει στα µάτια των ξένων. Πηγαίνουµε στην Ευρώπη παρακαλώντας και ταυτόχρονα λέµε πως θα τους χορέψουµε στο ταψί...»

Κοιτάζουµε πέρα από τη βιτρίνα, στον πεζόδροµο. Η νέα γενιά παρελαύνει µε σκισµένα τζιν και Αll Star. Μπαίνω στον πειρασµό να ρωτήσω περί κοµψότητας. Με διακόπτει. «Ισον απλότητα! Και κάτι ακόµη. Πολλές γυναίκες θέλουν να ακολουθούν πιστά τη µόδα, τις τάσεις. Καλό είναι από τα ρούχα µιας σεζόν να αγοράζει εκείνα που της πηγαίνουν στο δικό της στυλ. Να µην παρασύρεται», λέει ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης ενθυµούµενος τη δική του γυναίκα: «Πάντα φόραγε εκείνο που της ταίριαζε. Το καλό ντύσιµο θέλει µυαλωµένους ανθρώπους. Επειτα είναι και το παράστηµα. Οταν φοράς κάτι, πρέπει να στέκεσαι ευθυτενής για να φαίνεται καλά το ρούχο επάνω σου. Η στάση του σώµατος είναι πολύ σηµαντική. Κάποτε οι άνθρωποι ήξεραν να φέρουν το σώµα τους, µετά χάθηκε και αυτό».

«Ελάτε να σας ξεναγήσω», λέει όλο υπερηφάνεια και σηκώνεται από το γραφείο. «Ολο αυτό το εµπόρευµα που βλέπετε το έχω ήδη πληρώσει. Και ευτυχώς που µας ανήκει και το κτίριο. Και που µας σέβονται οι ξένοι προµηθευτές για την εντιµότητά µας και ακόµη και µε τα capital controls καταφέραµε να τα βγάλουµε πέρα. Ως έµπορος νοµίζω ότι το µεγαλύτερο λάθος που κάναµε όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι το κράτος ανακατεύτηκε στην οικονοµία. Πώς θα πάµε µπροστά έτσι; Στενοχωριέµαι που δεν έχει τόση κίνηση στο κατάστηµα. Αλλά µετά σκέφτοµαι ότι δεν χρωστώ και ότι έχω ζήσει και χειρότερα. Ξέρω ανθρώπους αξιοπρεπείς που έχουν κλειστεί στο σπίτι για να τα φέρουν βόλτα».

Περπατάµε από όροφο σε όροφο ανάµεσα σε κοµψά έπιπλα, ακριβά χαλιά και ωραίους πίνακες. Κάθε τόσο σταµατά και σηκώνει την ασηµένια λαβή του µπαστουνιού για να µου δείξει τα ταγιέρ, τα παλτά, τα πουκάµισα και τα πουλόβερ. «Το καλό ρούχο µιλάει άµα το πιάσεις. Αγγιξέ το. Θα δεις!» µου λέει χαϊδεύοντας ένα καµηλό παλτό. Πηγαίνουµε ακόµη και στα δοκιµαστήρια. «Βρε κορίτσι µου», µου λέει, «πες µου πώς µπορείτε και παίρνετε ρούχα από µαγαζιά στα οποία δεν χωράτε στα δοκιµαστήρια. Είναι τόσο µικρά! Πώς τα δοκιµάζετε; Ενα καλό µαγαζί φαίνεται ακόµη και από την αποθήκη και την κουζίνα του προσωπικού. Βλέπετε πώς λάµπουν όλα; Kαµιά φορά γίνονται επεισόδια και τρέµω. Λέω ο Θεός να βάλει το χέρι του να µην πάθουµε κάτι».

«H Eρµού είναι το δεύτερο σπίτι µου. Ο πατέρας µου έλεγε ότι µπορεί να αλλάξουµε διεύθυνση κατοικίας, αλλά η επιχείρηση δεν µπορεί να αλλάξει έδρα. Και είµαι κάθε ηµέρα εδώ από το πρωί µέχρι και που κλείνει το µαγαζί». Αποχαιρετιστήκαµε στην πόρτα: «Εις το επανιδείν, δεσποινίς µου. Ο πατέρας σας έφτιαχνε τις καλύτερες κάλτσες. Τον καµάρωνα», κάνοντας µια ελαφρά υπόκλιση µε το κεφάλι, µία από τις ανδρικές συνήθειες που έχει πια χαθεί.

* Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 7 Φεβρουαρίου 2016 στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ