Τα ανδρικά βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της όταν πέρασε την πόρτα του καφέ. Η Μυρτώ Παπαθανασίου –με τα πράσινα μάτια και την ψηλόλιγνη κορμοστασιά– είναι μια όμορφη γυναίκα και το ξέρει. Αλλά ξέρει επίσης ότι αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Ειδικά στον χώρο στον οποίο αποφάσισε να κάνει καριέρα: στην όπερα. 

Η μουσική κυλάει στις φλέβες της. Όλα από τη μουσική ξεκίνησαν, άλλωστε. Οι γονείς της –πατέρας έμπορος, μητέρα νηπιαγωγός– γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν σε χορωδία της Λάρισας. Νωρίς κατάλαβαν ότι και η κόρη τους είχε την ίδια κλίση. Έτσι, σε ηλικία τεσσάρων ετών η Μυρτώ έγινε μέλος της παιδικής χορωδίας του Δημήτρη Καρβούνη στη γενέτειρά της. «Όλο το Παπαθανασαίικο έχει το μικρόβιο της μουσικής», λέει γελώντας η ίδια. «Ο παππούς μου έφτιαχνε μουσικά όργανα, η αδελφή μου είναι τσελίστα στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ο θείος μου μαέστρος, η ξαδέρφη μου παίζει φαγκότο, ο ξάδερφός μου κοντραμπάσο...»

Λένε πως η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα μας. Τα δικά σας παιδικά χρόνια πώς ήταν;

Γεμάτα παιχνίδι και αγάπη σε μια πολύ δεμένη οικογένεια, με αρχές και ήθος, χωρίς υπερβολές. 

Η θητεία σας στη χορωδία τι σας πρόσφερε;

Πολλά και πολύτιμα. Εκεί έμαθα τη μουσική –την πολυφωνία, την αρμονία– αλλά και την πειθαρχία. Καταπιανόμασταν με δύσκολα έργα, ταξιδεύαμε πολύ για να συμμετάσχουμε σε φεστιβάλ – όλα αυτά ήταν συναρπαστικά για μένα. Η χορωδία μού έμαθε την ομαδικότητα, άνοιξε τους ορίζοντές μου. 

Σας έμαθε και πώς να διαχειρίζεστε το άγχος της σκηνής;

Αυτό, δυστυχώς, δεν έχω καταφέρει να το μάθω. (Γελάει) Την ίδια αγωνία που είχα στην ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών, κάθε φορά που ανέβαινα στη σκηνή, έχω και τώρα. Τα κύματα μέσα μου πάλλονται με τον ίδιο τρόπο.

Πότε καταλάβατε ότι η φωνή σας ήταν ιδιαίτερη;

Δεν το έβλεπα έτσι. Δεν πίστευα ότι ξεχώριζα από τα άλλα παιδιά, τα οποία επίσης είχαν ωραίες και σωστές φωνές. Οι άλλοι διέκριναν σ’ εμένα κάποια ιδιαίτερα χαρίσματα. Έτσι ξεκίνησαν όλα. 

Πώς βρέθηκε ο Φράνκο Τζεφιρέλι στον δρόμο σας; Ή πώς βρεθήκατε εσείς στον δικό του;

Το 2007 ήμουν στην Όπερα της Ρώμης, αντικαθιστώντας μια συνάδελφο στη «Missa Solemnis» του Μπετόβεν. Είχα μάθει τον ρόλο μέσα σε μόλις δύο μέρες! Λίγες εβδομάδες μετά, ο μαέστρος μου, ο Τζιανλουίτζι Τζελμέτι, μου είπε ότι ο Τζεφιρέλι με είχε επιλέξει για την «Τραβιάτα» του Βέρντι, την οποία θα σκηνοθετούσε. Δεν ήξερα αν ήμουν έτοιμη, αν θα μπορούσα να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις ενός τέτοιου ρόλου. Αλλά με στήριξαν και οι δύο πολύ. Ειδικά με τον Φράνκο ταιριάξαμε και αγαπηθήκαμε πολύ. Με καθησύχαζε, με εμψύχωνε, δουλεύαμε τον ρόλο με ησυχία στο σπίτι του, μιλούσαμε πολύ.

Τι σας συμβούλευε;

Μου έλεγε: Πρόσεξε να μην κάνεις αυτά που έκανε η Μαρία! (σ.σ. Κάλλας) Εσύ να παντρευτείς. Με συμβούλευε επίσης να προσέχω τη σιλουέτα μου.

Eίναι μύθος ότι οι τραγουδίστριες της όπερας –πώς να το πω;– έχουν παραπανίσια κιλά;

(Γελάει) Αυτό είναι ένα στερεότυπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αφορά παλαιότερες γενιές. Οι οποίες, μια και το συζητάμε, ήταν και πιο τυχερές. Τότε, για παράδειγμα, υπήρχε δισκογραφία, λειτουργούσαν διαφορετικά τα πράγματα. Σήμερα, υπάρχουν σκηνοθέτες που επιλέγουν έναν καλλιτέχνη βλέποντάς τον στο YouTube. Μα πώς είναι δυνατόν; Έναν λυρικό τραγουδιστή τον κρίνεις dal vivo, στο θέατρο. Και δεν είναι μόνο η φωνή. Πρέπει να δεις και την ενέργεια που εκπέμπει, να μιλήσεις μαζί του, να καταλάβεις έστω και λίγο τον χαρακτήρα του. Μόνο σε μια οντισιόν φαίνονται αυτά. 

Σας έχει τύχει ποτέ να σας απορρίψουν σε κάποια οντισιόν;

Φυσικά, μου έχει συμβεί κι αυτό. Δεν είναι τραγικό, δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους. Άλλωστε η απόρριψη σε ενδυναμώνει, ώστε στην επόμενη οντισιόν να πας καλύτερος.

Ποιο είναι το δυνατό σας σημείο;

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Αυτό που με ενδιαφέρει και για το οποίο προσπαθώ είναι να κρατάω τη φωνή μου σταθερά σε ένα καλό επίπεδο και να αποδίδω το 100% των δυνατοτήτων μου.

Μια καριέρα χτίζεται με τα «ναι» ή με τα «όχι»;

Με τα «όχι», βέβαια. Υπάρχουν συνάδελφοι που τρελαίνονται αν τύχει να μείνουν χωρίς δουλειά έναν μήνα. Εγώ όχι. Έχω αποφασίσει να επενδύω στην ποιότητα –σε καλούς σκηνοθέτες, μαέστρους και παραστάσεις, σε ωραία θέατρα–, όχι στην ποσότητα. Έχω αλλεργία στην έπαρση, δεν καβάλησα το καλάμι, δεν βιάστηκα ποτέ, δεν με ενδιαφέρει να είμαι full booked. Τα «όχι» βοηθούν και τη φωνή σου, και την ψυχή σου.

Η φωνή έχει ημερομηνία λήξης;

Εξαρτάται πώς τη μεταχειρίζεσαι. Αλλά δεν με αγχώνει αυτό. Δεν θα προσθέσω άλλο ένα άγχος σε όσα ήδη έχω! (Γελάει) Είναι εύθραυστο όργανο η φωνή. Την προσέχω και την αγαπώ. Έτσι, μ’ αγαπά κι αυτή.

Εκτός από τη φωνή, ποια άλλα είναι τα «συστατικά» για μια επιτυχημένη καριέρα στην όπερα;

Το μυαλό! Οι σωστές επιλογές, η οξυδέρκεια, η διορατικότητα. Και ένας καλός ατζέντης, με τον οποίο θα μοιραστείς το ίδιο όραμα, που δεν θα θελήσει να σε στύψει και μετά να σε πετάξει.

Από τις ηρωίδες που έχετε ενσαρκώσει ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Η Σεμίραμις του Ροσίνι, χαρακτήρας μυστηριώδης, πολύπλοκος και αφάνταστα απαιτητικός φωνητικά. Είναι ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει μέχρι σήμερα. 

 

 

Και για ποιαν αισθάνεστε τη μεγαλύτερη οικειότητα, σαν να πρόκειται για μια καλή φίλη σας;

Για τη Βιολέτα από την «Τραβιάτα», μια γυναίκα με πολύ γοητευτική προσωπικότητα και με μια βαθιά περηφάνια που με συγκινεί.

Στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε ποιους ρόλους θα σας δούμε;

Tης Μιμής στην «Μποέμ» του Πουτσίνι και της Ιουλιέτας στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαρλ Γκουνό.

Η ζωή σας είναι νομαδική. Σας κουράζουν οι διαρκείς μετακινήσεις;

Έτσι είναι η καθημερινότητά μου εδώ και χρόνια. Είναι κουραστικό, αλλά και συναρπαστικό. Δεν έχω ρουτίνα ούτε συγκεκριμένο πρόγραμμα. Κανένας χρόνος δεν μοιάζει με τους προηγούμενους. Μόλις ήρθα από τη Νάπολη, προηγουμένως ήμουν στη Μόντενα, μετά θα ταξιδέψω στη Βιέννη και στη Γενεύη. Διαφορετικές χώρες, διαφορετική ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφομαι, διαφορετικές συνήθειες, άλλος ουρανός. Αλλά κανένας σαν τον ουρανό της Ελλάδας. Εδώ είναι η βάση μου.

Η κόρη σας είναι σχεδόν πέντε ετών. Σας ακολουθεί στα ταξίδια σας;

Είναι παντού μαζί μου. Παρακολουθεί πρόβες και παραστάσεις, μιλάει με τον κόσμο στην κουίντα, σχολιάζει ό,τι βλέπει. Στη Βαρκελώνη, όταν έπαιξα την Ντόνα Ελβίρα, μετά την παράσταση τη βρήκα θυμωμένη. «Μαμά, γιατί κλότσησες τον καημένο τον Λεπορέλο;» με ρώτησε.

Τραγουδάει; 

Ναι, της αρέσει πολύ το τραγούδι.

Μπορεί μια μητέρα να κρίνει αντικειμενικά αν το παιδί της έχει καλή φωνή;

Εξαρτάται από τη μητέρα. (Γελάει) Εγώ, ναι, είμαι αντικειμενική. Πιστεύω ότι με το υπερβολικό κανάκεμα –εμφυσώντας του την πεποίθηση ότι είναι Αϊνστάιν ή Κάλλας– καταστρέφεις το παιδί σου. Θέλω η Ιφιγένεια να βρει μόνη της όσα θα την κάνουν ευτυχισμένη. Εγώ θα είμαι δίπλα της.

Τις αποτυχίες σας τις ομολογείτε;

Μέσα στο παιχνίδι είναι κι αυτές! 

Αποτυχία είναι η άδεια ή η μισοάδεια αίθουσα;

Όχι απαραιτήτως. Έχω παίξει σε ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα και έχω φάει τρελό γιουχάισμα. Όχι εγώ προσωπικά, όλος ο θίασος. Δεν άρεσε η παράσταση. Ήταν ένας από τους δέκα «Ντον Τζοβάνι» που έχω παίξει.

Πώς ξεπερνιέται αυτό;

Δεν το παίρνεις προσωπικά. Ως μέρος ενός συνόλου που έχει κοπιάσει για ένα αποτέλεσμα, φυσικά και σε στενοχωρεί, αλλά το κοινό έχει το δικαίωμα να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του όταν αυτό που βλέπει δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του ή δεν συμφωνεί με την αισθητική του. Επιστρέφεις στο σπίτι με μια πικρή γεύση, αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι.

Από τις επιτυχίες σας ποιες θεωρείτε πιο σημαντικές;

Όλες τις χάρηκα. Θα σταθώ όμως περισσότερο στον «Μιθριδάτη» του Μότσαρτ σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Κάρσεν (σ.σ. είχε τον ρόλο του γιου του, Ξιφάρη) και στην ηχογράφηση του «Ντον Τζοβάνι», επίσης του Μότσαρτ, με τον Θεόδωρο Κουρεντζή.

Χορταίνεται, τελικά, η επιτυχία, κυρία Παπαθανασίου;

Δεν χορταίνεται. Βιώνεται! ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ