ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Είναι μεγάλος ζωγράφος ο Μοντιλιάνι;

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι, άξιος εκπρόσωπος του μποέμικου Παρισιού, στο στούντιό του το 1915.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα πορτρέτα και τα γυμνά του περιλαμβάνονται στις δημοφιλέστερες εικόνες του 20ού αιώνα. Η εκρηκτική προσωπικότητά του (γυναίκες, αλκοόλ, ναρκωτικά) πυροδοτεί τη φαντασία. Για τη ζωή του έχουν γραφτεί μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Από την άλλη, το γεγονός ότι λίγα πράγματα γνωρίζουμε για τον σύντομο βίο του έχει γιγαντώσει τον μύθο που τον περιβάλλει – ο οποίος άρχισε να δημιουργείται αμέσως μετά τον πρόωρο θάνατό του, το 1920, στα 36 του χρόνια. Ομως, πέρα από αυτά, είναι ή δεν είναι μεγάλος ζωγράφος, τελικά, ο Αμεντέο Μοντιλιάνι;

Διαβάζοντας τα σχόλια των περισσότερων Βρετανών τεχνοκριτικών, με αφορμή την αναδρομική έκθεση έργων του που μόλις άνοιξε τις πόρτες της στην Tate Modern του Λονδίνου, κανείς θα κλονιστεί. «Είναι μια υπέροχη έκθεση για έναν κάπως ανόητο καλλιτέχνη. Η αδυναμία του Μοντιλιάνι δεν ήταν απλώς ότι μιμήθηκε ζωγράφους που έμελλε να αλλάξουν την τέχνη για πάντα. Είναι ότι δεν διέθετε καν την ανησυχία και την επιθυμία για τη διαρκή αναζήτηση που χαρακτηρίζει τους σπουδαίους μοντερνιστές», έγραψε ο Τζόναθαν Τζόουνς (Guardian).

Ο συνάδελφός του Μαρκ Χάντσον (Telegraph) δεν ικανοποιήθηκε ούτε από το πώς δομήθηκε η ίδια η έκθεση. «Παντού υπάρχουν κακά έργα, όπως το εντελώς ερασιτεχνικό “La Belle Epiciere” (1918) δίπλα σε κάποια καλά, όπως το “Marie”, “Fille du Peuple” (1917). Φεύγεις με την αίσθηση ότι έχεις δει την καλύτερη αλλά και, κυρίως, τη χειρότερη πλευρά του Μοντιλιάνι...».

Εξαίρεση μάλλον αποτέλεσε η κριτική του Μάικλ Γκλόβερ (Independent), αλλά κι αυτή επικεντρώθηκε περισσότερο στον τρόπο που οι άνθρωποι της Tate επέλεξαν να παρουσιάσουν τα έργα παρά στον καλλιτέχνη. «Υπάρχουν εκθέσεις πολύ “θορυβώδεις”, υπερβολικά γεμάτες, με πάρα πολλές πληροφορίες, με... φρικτή τεκμηρίωση, όταν αυτό που εσύ θέλεις είναι μια ευκαιρία να δεις, ήσυχα και ωραία, έργα τέχνης. Εδώ όμως όλα έγιναν σωστά».

Την υπεράσπιση του Μοντιλιάνι ανέλαβαν οι ειδικοί, όπως η Σιμονέτα Φρακουέλι, μία εκ των επιμελητών της Tate. «Μπορεί κανείς να έχει την εντύπωση ότι όλοι οι πίνακές του είναι ίδιοι, αλλά αυτό δεν ισχύει. Οποιος δει την έκθεση, έτσι όπως “ξεδιπλώνεται”, θα διαπιστώσει τη σταδιακή εξέλιξή του ως καλλιτέχνη, θα εντοπίσει νέα στοιχεία τα οποία εισήγαγε στα έργα του και τις διαφορές ανάμεσά τους».

Πάντως, ενώ το ντιμπέιτ συνεχίζεται στα μίντια, οι Βρετανοί δεν φαίνεται να επηρεάζονται από τη «χολή» των τεχνοκριτικών. Και κάνουν ουρές στα ταμεία της Tate για να θαυμάσουν από κοντά τα 100 έργα –ανάμεσά τους δώδεκα γυμνά και κάποια γλυπτά– του «Μόντι», όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του (από τη γαλλική λέξη maudit = καταραμένος).

Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι γεννήθηκε το 1884 στο Λιβόρνο της Ιταλίας, τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο, Εβραίων αστών. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεωκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου και τον οικονομικό ξεπεσμό των γονιών του. Η μητέρα του αποφάσισε τότε να συνεισφέρει στον προϋπολογισμό του σπιτιού μεταφράζοντας ποιήματα και παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα. Χάρη στα πνευματικά της ενδιαφέροντα, ο μικρός –πανέμορφος αλλά φιλάσθενος– Αμεντέο γνώρισε από νωρίς τον κόσμο της τέχνης και γοητεύθηκε από αυτόν. Αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Στα 14 του ξεκίνησε καλλιτεχνικές σπουδές του στη γενέτειρά του. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού της Φλωρεντίας και συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στη Βενετία. Επειτα έκανε ό,τι θα έκανε κάθε νέος φιλόδοξος καλλιτέχνης του καιρού του: έφυγε για το Παρίσι, την αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα της ζωγραφικής.

Η απογοήτευση

Ηταν αισιόδοξος. Ηξερε ότι πολλοί έμποροι τέχνης αναζητούσαν καινούργια ταλέντα. Εγκαταστάθηκε στη Μονμάρτρη, όπου έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής, χάρη στην ευφυΐα και την ομορφιά του. Ο χαϊδεμένος γιος της ιταλικής μπουρζουαζίας σύντομα έγινε άξιος εκπρόσωπος του μποέμικου Παρισιού. Το 1907 συμμετείχε στο φθινοπωρινό σαλόνι του Γκραν Παλέ, που φιλοξενούσε έργα της τότε καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Ομως τα έργα του νεαρού Ιταλού διέφεραν από εκείνα που κέρδιζαν την αναγνώριση στα ταραγμένα προπολεμικά χρόνια – πέρασαν απαρατήρητα κι εκείνος, απογοητευμένος, στράφηκε στη γλυπτική.

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλα άλλαξαν στη γαλλική πρωτεύουσα: μετανάστευση, στράτευση, τραυματισμοί, θάνατοι διέλυσαν τους δεσμούς και το κλίμα καλλιτεχνικής ευφορίας. Ο Μοντιλιάνι δήλωσε εθελοντής ανυπομονώντας να φτάσει στο μέτωπο αλλά απορρίφθηκε για λόγους υγείας. Παρέμενε φιλάσθενος και εξαιρετικά αδύναμος. Αρχισε ξανά να ζωγραφίζει. Ομως η σκόνη από το σμίλεμα του μαρμάρου είχε ήδη βλάψει ανεπανόρθωτα τους πνεύμονές του. Είχε επίσης βυθιστεί στο ποτό και στα ναρκωτικά.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης ατομικής έκθεσής του – που υπήρξε και η μοναδική όσο ζούσε. Οι επισκέπτες σκανδαλίστηκαν από τα γυμνά πορτρέτα και η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση! Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή στο Παρίσι ήταν δύσκολη. Τα τρόφιμα είχαν γίνει δυσεύρετα, το ηλεκτρικό ρεύμα παρεχόταν με δελτίο και οι κάτοικοι ζούσαν με τον φόβο των αεροπορικών επιδρομών.

Ο Μοντιλιάνι, που είχε χωρίσει από την Αγγλίδα ποιήτρια Μπίατρις Χάστινγκς, έκρινε ότι ήταν προτιμότερο να φύγει μαζί με τη νέα αγαπημένη του, τη νεαρή σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν. Εκείνος ήταν 33 ετών κι εκείνη 19. Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ζωγράφισε τους πίνακες που έμελλε να γίνουν οι δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένοι. Και, φυσικά, η Ζαν υπήρχε παντού. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του έφτιαξε 25 πορτρέτα της! Τη ζωγράφιζε ντροπαλή, ντελικάτη, μελαγχολική, χαμένη στις σκέψεις της και πάντα πανέμορφη.

Τραγικό τέλος

Δεν έχει διασωθεί σχεδόν κανένα γραπτό ντοκουμέντο για το χρονικό διάστημα που το ζευγάρι πέρασε στη νότια Γαλλία. Ξέρουμε μόνον ότι το 1918 μετακόμισαν στη Νίκαια. Εκεί, στις 29 Νοεμβρίου, η Ζαν γέννησε την κόρη τους, που πήρε το όνομά της, όχι όμως και το επίθετο του πατέρα της. Ηταν νόθα. Υπάρχει μόνον ένα έγγραφο στο οποίο ο Μοντιλιάνι υπόσχεται να παντρευτεί την Εμπιτέρν. Δεν πρόλαβε…

Ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 1920, στο Παρίσι, από επιπλοκές της φυματίωσης που τον βασάνιζε. Ηταν μόλις 36 ετών. Στην κηδεία του ήταν όλοι, από τον Πικάσο μέχρι τον Κονσταντίν Μπρανκούζι. Οχι όμως και η Ζαν. Είχε αυτοκτονήσει την επομένη του θανάτου του, πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός τους στον πέμπτο όροφο. Ηταν εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

​​Tate Modern, Λονδίνο, έως τις 2 Απριλίου 2018.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ