Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Εκλεισαν την πόρτα και πήγαν για σιέστα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π​​οικίλα σχόλια απέσπασε η φωτογραφία του Αρη Μεσσήνη από το γαλλικό πρακτορείο AFP με τον άνδρα των ΜΑΤ να φωτογραφίζει έναν συνάδελφό του μπροστά στις φωτιές από τις μολότοφ των αντιεξουσιαστών, κατά τα επεισόδια με αφορμή τα εννέα χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Μια εικόνα άκρως αποκαλυπτική για το πώς αποφεύγουμε την αφόρητη πραγματικότητα ανάγοντάς την σε στερεότυπα απαλλαγμένα από το ειδικό τους βάρος. Σ’ αυτό δεν συμβάλλει τόσο η μόδα της ψηφιακής αναμετάδοσης της ζωής μας, η ακατανίκητη έλξη που δημιουργεί σε όλο και περισσότερους, σχεδόν όλους –γιατί όχι και στον άνδρα των ΜΑΤ–, η «σύλληψη» της στιγμής με πρωταγωνιστή τον φωτογραφιζόμενο ή αυτοφωτογραφιζόμενο και θεατές το μικρό ή μεγάλο κοινό του. Η αποτύπωση της αφεντιάς μας σε ένα ιδιότυπο περιβάλλον είναι ανεξάρτητη από τη δραματική αλλαγή που έχει συντελεστεί στον καθημερινό μας κόσμο της καλπάζουσας ασυνειδησίας, του υπερχειλίζοντα κυνισμού που απαιτεί ο εθισμός στην καταστροφή. Το γεγονός ότι ο άντρας των ΜΑΤ μπαίνει στον πειρασμό να φωτογραφηθεί με φόντο τις φλόγες, σημαίνει ότι νιώθει αρκετά χαλαρός μέσα στον χαλασμό για να ψυχαγωγηθεί με την απαθανάτιση της στιγμής. Οι αντιεξουσιαστές μπορούν να πυρπολούν, ας τραβήξουμε εμείς μια φωτό.

Η τραγωδία έγινε «σκηνικό». Ο παραλογισμός κανονικότητα. Η κακοδαιμονία γραφικότητα. Ωρες οι μπαχαλάκηδες των Εξαρχείων προετοίμαζαν τη «σύρραξη», κουβαλώντας κάδους από άλλες γειτονιές και στήνοντας οδοφράγματα, αδειάζοντας τις γλάστρες ώστε να χρησιμοποιηθούν ως δοχεία συλλογής σπασμένων μαρμάρων και άλλων ακριβοπληρωμένων εφοδίων για τον συνήθη πετροπόλεμο με την αστυνομία, και κανείς δεν επενέβη. Μπορεί μερικοί να τράβηξαν και μια σέλφι μπροστά στα αυτοσχέδια χαρακώματα. Ή να έκλεισαν την πόρτα και να έπεσαν για σιέστα.

Πάντα είχαμε μια ευκολία να συνηθίζουμε τα απαράδεκτα, τα παράταιρα, τα στρεβλά, τα εξοργιστικά. Να αποδεχόμαστε τη διγλωσσία, τα ψεύδη, τη διαφθορά. Αποτέλεσμα, μάλλον, της πολυετούς μύησης στον τυχοδιωκτισμό, της «εκπαίδευσης» στα δύο μέτρα και δύο σταθμά, της ταλάντευσης ανάμεσα στην αντίληψη περί του δέοντος και στην εσωτερική τάση για μεγιστοποίηση του προσωπικού οφέλους.

Ομως η σχεδόν πλήρης ανοσία στην κατάκαυση, τη συντριβή, τον καταμελισμό δεν σχετίζεται με το παμπάλαιο ελληνικό σύστημα του βολέματος των αβόλευτων, αλλά με ένα βαθύ πολιτισμικό τέλμα.

Η ομοφροσύνη ότι κερδισμένος βγαίνει όποιος βιαιοπραγεί κι όποιος αβασάνιστα περιφρονεί κάθε κανόνα έχουν δημιουργήσει ένα είδος μαζικής κουλτούρας που νομιμοποιεί κάθε βαναυσότητα. Εχουν πλέξει τον μύθο της αντίστασης μέσω αγριοτήτων που έλκει όλο και περισσότερους επαναστατημένους, άγουρους και ώριμους (και μαθητές και συνδικαλιστές). Ενας μύθος, που προσπαθεί να αποκρύψει, όπως κάθε μύθος, το αιώνιο πλάσιμο του κόσμου, να σταματήσει την εξέλιξη, να ταριχεύσει, να ακινητοποιήσει τη ζωή. Να γενικεύσει την τάση για καταστροφή, να την παγιώσει στην καθημερινότητα, εξουδετερώνοντας τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Ο εθισμός στη βία είναι το πρώτο βήμα για τη μόνιμη εγκατάστασή της.

Ο φασισμός –η βία είναι φασισμός, δεσποτισμός– δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την κοινωνία. Ο Χίτλερ έλεγε στα επίλεκτα σώματά του: «Ο,τι είστε, είστε χάρη σ’ εμένα. Ο,τι είμαι, είμαι χάρη σ’ εσάς». Ο εθισμός των πολλών στον αυταρχισμό διαιωνίζει τον ολοκληρωτισμό των λίγων.

Είναι επειδή τα πάντα είναι παράλογα και συνάμα δικαιωμένα, που αυτοί οι πολλοί πρέπει να ποδοπατήσουν την ταυτότητά τους και να ξαναρχίσουν μια ζωή μέσα στην αδιαφορία; Είναι η δυσπραγία της ύπαρξης, προσωπικής και κοινωνικής; Η αίσθηση του ανοίκειου, η έλλειψη αμοιβαίας ανεκτικότητας, οι μονόδρομοι, η άρνηση θεσμών, των πάντων; Μάλλον η άρνηση είναι που οπλίζει τα χέρια σε όλες τις κοινωνίες εκτός ελέγχου, τις εγκλωβισμένες στη σύγχυση και το πικρό αναμάσημα του αδιεξόδου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ