ΚΟΣΜΟΣ

Στο στόχαστρο ο Ρόμπερτ Μιούλερ

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

Παρότι ο ειδικός ανακριτής δεν υπόκειται σε έλεγχο από την εκτελεστική εξουσία, ο Τραμπ μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση του Ρόμπερτ Μιούλερ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΗΠΑ

«Το μόνο που μένει να δούμε είναι αν έχουμε τη δύναμη όχι απλώς να απολύσουμε αμέσως αυτούς τους ανθρώπους, αλλά και να τους πάρουμε με χειροπέδες». Η εμπρηστική τοποθέτηση της σχολιάστριας του Fox News Τζανίν Πίρο είναι ενδεικτική του μένους του στρατοπέδου του Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ, που ερευνά τις σχέσεις του επιτελείου Τραμπ με τη Ρωσία.

Πολιτικά στελέχη που περιστοιχίζουν τον Αμερικανό πρόεδρο και Ρεμπουμπλικανοί βουλευτές ζητούν την απόλυση του Μιούλερ, κατηγορώντας τον ότι ενορχηστρώνει «πραξικόπημα» εις βάρος του Τραμπ, την ίδια στιγμή που οι έρευνές του εισέρχονται σε εξαιρετικά κρίσιμη καμπή. Αυτό που έχει θορυβήσει τον Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι μόνο η συμφωνία συνεργασίας με τις έρευνες, που συνήψε ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Μάικλ Φλιν με αντάλλαγμα ηπιότερη ποινή την 1η Δεκεμβρίου, αλλά και η παράδοση, μία εβδομάδα αργότερα, εγγράφων από την Deutsche Bank που αφορούν τα δάνεια που έχει χορηγήσει η τράπεζα στην οικογένεια Τραμπ.

Δημοκρατικοί βουλευτές ζητούσαν επί μήνες τα έγγραφα αυτά, αλλά η τράπεζα υποστήριζε ότι το απόρρητο καλύπτει και συγγενείς εκλεγμένων αξιωματούχων. Ο Τραμπ έχει μακρά ιστορία επιχειρηματικών σχέσεων με την Deutsche Bank, η οποία, με τη σειρά της, έχει μακρά ιστορία διευκόλυνσης ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος Ρώσων ολιγαρχών, υπόθεση για την οποία προ διετίας κατέβαλε πρόστιμο 580 εκατ. ευρώ.

Το δάνειο του Κούσνερ

Το ερώτημα που απασχολεί τις έρευνες είναι αν εταιρείες σχετιζόμενες με το Κρεμλίνο αγόρασαν, μέσω της τράπεζας, επιρροή, π.χ. εγγυώμενες το δάνειο ύψους 285 εκατ. δολαρίων που έλαβε από την τράπεζα ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, ένα μήνα πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2016. Οι έρευνες επιδιώκουν να προσδιορίσουν επίσης αν ρωσικές εταιρείες έχουν αποκτήσει, με τη βοήθεια της γερμανικής τράπεζας, εταιρικά ομόλογα του ομίλου Τραμπ, μέσω της αποπληρωμής των οποίων θα μπορούσαν να εκβιάζουν τον πρόεδρο.

(Οι σχέσεις της Deutsche Bank με τον Ντόναλντ Τραμπ περιλαμβάνουν το εξής –άσχετο με τις σημερινές έρευνες– επεισόδιο: To 2008, o Τραμπ σταμάτησε να εξυπηρετεί δάνειο 640 εκατ. ευρώ που είχε λάβει για ανέγερση πολυώροφου κτιρίου γραφείων στο Σικάγο. Χωρίς να χάσει χρόνο, έκανε αγωγή στην τράπεζα ζητώντας 3 δισ. δολάρια, με το αιτιολογικό ότι είναι συνυπεύθυνη για τη χρηματοπιστωτική κρίση, που δεν του επέτρεψε να εισπράξει τα αναμενόμενα από την επένδυση. Η τράπεζα απάντησε με δική της αγωγή και τελικά κατέληξαν σε συμβιβαστική λύση το 2010.)

Την ίδια στιγμή που το περιβάλλον του Τραμπ ζητάει να απομακρυνθεί ο ειδικός ανακριτής ή, τουλάχιστον, να σταματήσει η αμερικανική κυβέρνηση να του χορηγεί έγγραφα και να κόψει τη χρηματοδότηση του γραφείου του, ο ίδιος ο Τραμπ διακατέχεται από μια περίεργη αισιοδοξία. Πολλαπλές πηγές του Λευκού Οίκου υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ φαίνεται πεπεισμένος πως οι έρευνες θα κλείσουν σύντομα και ότι ο Μιούλερ θα ενημερώσει την κοινή γνώμη ότι δεν βρήκε τίποτα μεμπτό εις βάρος του ίδιου. Στον βαθμό που αυτή η πληροφορία για τη στάση του Τραμπ έχει κάποια σχέση με την πραγματικότητα, αφήνει περιθώρια για ακόμη μεγαλύτερη έκρηξη οργής σε περίπτωση που οι έρευνες τραβήξουν εις μάκρος. Αλλοι ερμηνεύουν την ηρεμία του Τραμπ ως ένδειξη ότι έχει ήδη λάβει την απόφαση να απολύσει τον Μιούλερ.

Τυπικά, ο ειδικός ανακριτής δεν υπόκειται σε έλεγχο από την εκτελεστική εξουσία, καθώς ο ίδιος ο διορισμός του είναι μια παραδοχή ότι η υπόθεση αφορά κυβερνητικούς αξιωματούχους και απαιτείται ανεξάρτητη έρευνα ώστε να αποτραπεί η σύγκρουση συμφερόντων. Στην πράξη όμως, σε περίπτωση που το επιθυμεί, ο Τραμπ μπορεί να ζητήσει από τον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ρόζενσταϊν να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του και, σε περίπτωση που αυτός αρνηθεί, να ορίζει διαδοχικά υφυπουργούς μέχρι να βρεθεί κάποιος που θα υπακούσει (ο υπουργός Τζεφ Σέσιονς έχει αποσυρθεί από την υπόθεση λόγω της δικής του εμπλοκής σε αυτή). Κάτι αντίστοιχο είχε επιχειρήσει ο Ρίτσαρντ Νίξον το 1974, σε μια δραματική διαδοχή απολύσεων και παραιτήσεων αξιωματούχων, που έμεινε στην ιστορία ως «σφαγή του Σαββατόβραδου». Τελικά ο Νίξον δεν απέφυγε την παραπομπή του σε δίκη από το Κογκρέσο για την υπόθεση Γουότεργκεϊτ, που έθεσε πρόωρα τέρμα στην προεδρία του.

Οι Δημοκρατικοί

Το κρίσιμο στην περίπτωση του Νίξον, που δεν υφίσταται σήμερα, ήταν ότι το Κογκρέσο βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, οι οποίοι επέτρεπαν την τηλεοπτική κάλυψη των εργασιών των εξεταστικών επιτροπών, μετατρέποντας την υπόθεση σε καθημερινό σίριαλ. Βετεράνοι παρατηρητές επισημαίνουν ότι, αν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής ή της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, έχουν τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσουν πλήρως την κυβέρνηση Τραμπ με μοχλό τις έρευνες. «Αυτή η προεδρία μπορεί να παραλύσει τελείως σε λιγότερο από ένα χρόνο», υποστήριξε στο CNN το πρώην στέλεχος του Λευκού Οίκου επί Τζορτζ Μπους, Σκοτ Τζένινκς.

Αν ο Τραμπ προλάβει την εξέλιξη αυτή, καθαιρώντας τον Μιούλερ, οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της παρακώλυσης δικαιοσύνης, ένα από αυτά που οδήγησαν στο πολιτικό τέλος του Νίξον. Ερευνες για την κατηγορία αυτή διεξάγονται ήδη εις βάρος του Τραμπ, με αφορμή την απόλυση του αρχηγού του FBI Τζέιμς Κόουμι την άνοιξη και πιθανώς και με αφορμή την απόλυση του γενικού εισαγγελέα της Νέας Υόρκης Πριτ Μπαράρα, ο οποίος ερευνούσε υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος. Αλλά μια παραπομπή σε δίκη (impeachment) θα ανέβαζε τον πήχυ σε τελείως διαφορετικό επίπεδο.

«Προσπαθήστε να παραπέμψετε τον Τραμπ σε δίκη. Απλώς προσπαθήστε. Θα υπάρξει τέτοιο ξέσπασμα βίας σε αυτή τη χώρα, τέτοια εξέγερση που όμοιά της δεν έχετε ξαναδεί», δήλωσε πριν από λίγους μήνες ο σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου, Ρότζερ Στόουν. «Ο πολιτικός που θα ψηφίσει κάτι τέτοιο θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του».

Ράπισμα για Ιερουσαλήμ

Οδυνηρό ράπισμα δέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ την περασμένη Πέμπτη, όταν η Γ.Σ. του ΟΗΕ καταδίκασε, με συντριπτική πλειοψηφία (128 - 9 και 35 αποχές), την απόφασή του να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Παρά τις ωμές απειλές του ότι «θα κρατήσει ονόματα» και θα τιμωρήσει με οικονομικά αντίποινα όσους ψηφίσουν εναντίον του, ουδεμία μεγάλη δύναμη της διεθνούς κοινότητας, αλλά και κανένα κράτος του Δυτικού κόσμου δεν συντάχθηκε μαζί του, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για την αμερικανική υπερδύναμη. Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Τραμπ παρηγορείται με την πρώτη σημαντική νίκη του στο Κογκρέσο, την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη φορολογική μεταρρύθμιση. Το γιγάντιο πακέτο φοροαπαλλαγών, ύψους 1 τρισ. δολαρίων, προβλέπει οφέλη που συγκεντρώνονται στο πλουσιότερο 0,1% των Αμερικανών. Με το επίμαχο νομοσχέδιο συντάχθηκαν σύσσωμοι οι βουλευτές και οι γερουσιαστές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με βάση τη ρήση γερουσιαστή ότι «οι χρηματοδότες μου λένε να το ψηφίσω, αλλιώς να μην τους ξαναπάρω ποτέ τηλέφωνο». Το πακέτο περιέχει πενιχρά οφέλη για τα χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία όμως ακυρώνονται από το γεγονός ότι καταργούνται μέτρα συγκράτησης των ασφαλιστικών εισφορών. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις το 24% των πολιτών συμφωνεί με τη μεταρρύθμιση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ