ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Mια τραυματισμένη Αγγλία...

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Το «Πάρτι», η όγδοη κατά σειρά στη φιλμογραφία της ταινία της Σάλι Πότερ, προβάλλεται ήδη στις αίθουσες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν και από αυτό το «Πάρτι» ως καλεσμένος θα ήταν προτιμότερο να λείπει κανείς, ως θεατής θα περάσει 71 λεπτά απολαυστικά, παρακολουθώντας μια μικρογραφία της Βρετανίας του Brexit στο σαλόνι ενός σπιτιού! Κάπως έτσι θα συνοψίζαμε την τελευταία, όγδοη κατά σειρά στη φιλμογραφία της, ταινία της Σάλι Πότερ που προβάλλεται ήδη στις αίθουσες. Η ίδια η δημιουργός βρίσκεται στην Αθήνα για το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος (4-10 Ιανουαρίου) που περιλαμβάνει όλες τις ταινίες της, μικρού και μεγάλου μήκους.

Αναζητώντας έναν προσδιορισμό για την 68χρονη Βρετανίδα σκηνοθέτιδα, η οποία άρχισε να γυρίζει σε σούπερ 8 από 14 ετών, σπούδασε χορό, ασχολήθηκε με την εικαστική περφόρμανς, το θέατρο, τη μουσική (τραγουδίστρια και συνθέτις), είναι σεναριογράφος, ηθοποιός και παραγωγός – συνάντησα δυσκολία με τα επίθετα. Θα μπορούσε να πει κανείς απλώς «πολυτάλαντη» και να ξεμπερδέψει. Ομως η Σάλι Πότερ, μια γυναίκα δυναμική και ευφυής, δεν χαρακτηρίζεται εύκολα. Ετσι, αφού διάβασα συνεντεύξεις της και ξαναείδα το «Ορλάντο» (1992), με το οποίο «συστήθηκε» διεθνώς, αποσπώντας πολλά βραβεία, ανάμεσά τους και στο 33ο (και πρώτο διεθνοποιημένο) Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, προτίμησα να επικαλεστώ τη φράση της Βιρτζίνια Γουλφ από το ομώνυμο βιβλίο της: «μια μισο-αστεία μισο-σοβαρή απόδραση από την πραγματικότητα». Γιατί η Σάλι Πότερ δεν ασχολήθηκε τυχαία με τη Βιρτζίνια Γουλφ, αφηγούμενη υποδειγματικά το ταξίδι στον χρόνο ενός προσώπου που ζει τέσσερις αιώνες, πρώτα σαν άντρας και μετά σαν γυναίκα (αλησμόνητη η Τίλντα Σουίντον). Είναι και η ίδια «ταξιδιώτης του χρόνου», όπως αποτυπώνεται και στο κινηματογραφικό έργο της, ζει ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία φλερτάροντας φλεγματικά με τη δεύτερη κι ασκώντας με ζήλο την πρώτη. Η ίδια εξάλλου έχει πει: «Πίστευα πάντοτε ότι ο “Ορλάντο” είναι κωμωδία – για την ακρίβεια, ανέκαθεν είχα την εντύπωση ότι γυρνούσα κωμωδίες και με έκπληξη διαπίστωνα ότι το κοινό δεν γελούσε».

Δεν συνέβη το ίδιο όμως και με το «Πάρτι», αφού, όταν προβλήθηκε στο περυσινό Φεστιβάλ Βερολίνου, έζησε τη μοναδική εμπειρία «να κάθεται σε μια αίθουσα με 3.000 θεατές που σειόταν από τα γέλια». Μια μαύρη κωμωδία, ασπρόμαυρη, με αξιοζήλευτο καστ (Κριστίν Σκοτ Τόμας, Πατρίσια Κλάρκσον, Εμιλι Μόρτιμερ, Μπρούνο Γκαντς, Κίλιαν Μέρφι, Τίμοθι Σπολ), γυρισμένη στο σαλόνι ενός σπιτιού, τη βραδιά μιας μικρής γιορτής της οικοδέσποινας η οποία μόλις έχει μάθει την υπουργοποίησή της (υπουργός Υγείας). Οπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες θεατρικές, κινηματογραφικές –και όχι μόνον– συναθροίσεις, έρχονται τα πάνω κάτω. Μυστικά, αλήθειες, ψέματα, αποκαλύψεις, ένα προσωπικό και κοινωνικό κουβάρι, με ρυθμούς καταιγιστικούς.

Αν και το σενάριο ολοκληρώθηκε πριν από το δημοψήφισμα του «Brexit», γράφοντας η Πότερ «αφουγκραζόταν το μουρμουρητό και τον θόρυβο» που προηγήθηκε. «Ο,τι βλέπεις στο Brexit υπάρχει και στην ταινία: ένα είδος εμφυλίου που ξεκινάει περιορισμένα και απλώνεται». Ο μικρόκοσμος του «Πάρτι» αντανακλά τη χώρα σε μια μεγάλη πολιτική κρίση. «Μια κρίση μέσα στην οποία ζούμε και αφορά στον εθνικισμό», σχολιάζει η σκηνοθέτις. «Το μισό συνεργείο και οι ηθοποιοί έκλαιγαν το πρωί που μάθαμε τα αποτελέσματα για το Brexit. Υπήρχε μια αίσθηση ότι η ταινία –κι εγώ το καταλάβαινα καθώς παρακολουθούσα τις εξελίξεις– ήταν ελαφρώς προφητική», συμπληρώνει, χαρακτηρίζοντάς τη «μια ανάλαφρη και τρυφερή ματιά στην κατάσταση της Αγγλίας, μιας τραυματισμένης Αγγλίας...».

Φιλμογραφία

• «The Gold Diggers» (1983), με την Τζούλι Κρίστι. Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, γυρίστηκε από ένα εξ ολοκλήρου γυναικείο συνεργείο και θεωρήθηκε ορόσημο του φεμινιστικού κινηματογράφου των αρχών του ’80.
• «Tango Lesson» (1996), στο οποίο πρωταγωνιστεί η ίδια η Σάλι Πότερ στον ρόλο μιας σκηνοθέτιδος που ερωτεύεται το τάνγκο.
• «The man who cried» (2000), με τους Τζόνι Ντεπ, Κριστίνα Ρίτσι και Κέιτ Μπλάνσετ. Διαδραματίζεται επί γερμανικής εισβολής στο Παρίσι με ηρωίδα μια Ρωσοεβραία μετανάστρια που εργάζεται σε βαριετέ.
• «Yes» (2004). Ο έρωτας μιας Αμερικανίδας και ενός άντρα από τη Μέση Ανατολή, τους φέρνει αντιμέτωπους με τις πολιτικές, θρησκευτικές και σεξουαλικές διαφορές που τους χωρίζουν.
• «Rage» (2009), με τους Τζουντ Λο και Τζούντι Ντεντς. Το γύρισε με iphone και αποκαλύπτει τα παρασκήνια του κόσμου της μόδας.
• «Ginger and Rosa» (2012). Μια εφηβική φιλία που ανθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 αλλά φθίνει μέσα στη δίνη του ψυχροπολεμικού κλίματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ