Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αδωνις Γεωργιάδης: Αγανάκτηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Δεν είναι το ίδιο. Το 2018 δεν είναι 2011. Το 2011 οι «Αγανακτισμένοι», λέει ο Αδωνις, διαδήλωναν «για να διοριστούν στο Δημόσιο». Προχθές ο λαός διαδήλωσε ανιδιοτελώς. Γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει αυτή τη σύγκριση; Ισως επειδή ήθελε να ξορκίσει τις οφθαλμοφανείς ομοιότητες του 2011 με το προχθεσινό συλλαλητήριο. Δεν έμοιαζαν μόνο τα συνθήματα και οι παράπλευρες εκδηλώσεις – όπως το αγελαίο κυνήγι πολιτικών. Εμοιαζαν κυρίως οι δικαιολογήσεις όσων ήλπισαν να δρέψουν οφέλη από τη συνάθροιση.

Το 2011 οι χρυσαυγίτες υποβαθμίζονταν ως «μεμονωμένα στοιχεία». Η εχθρότητα για τα κόμματα ερμηνευόταν ως ένδειξη αγνότητας. Οι διαδηλώσεις κρίνονταν από τον όγκο και όχι από τη φυσιογνωμία τους, την οποία καθόριζαν οι οργανωμένες μειοψηφίες – μαύρες και κόκκινες. Ετσι και για τη Θεσσαλονίκη. Το αυθόρμητο πλήθος αντιπαρατίθεται στους «λίγους ακραίους» – χωρίς να προσμετράται ότι οι λίγοι ήταν που έδωσαν σχήμα στους πολλούς. Οι λίγοι μίλησαν από το βήμα για «κομιτατζήδες της κομματοκρατίας», «ληστές», «χαφιέδες», «σωστούς (εν αντιθέσει με τους λάθος) Ελληνες».

Το 2011 ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε δίλημμα: πώς χειρίζεσαι ένα θυμικό ποτάμι; Μένεις έξω για να μη σε παρασύρει; Ή βουτάς, κι όπου σε πάει; Η απάντηση του Αδώνιδος είναι κατηγορηματική: Εχουμε, λέει, την ευκαιρία «να εκφράσουμε γνήσια τις εθνικές ευαισθησίες». Επιστρέφουμε έτσι στο άλλο πρόταγμα του 2011: την ταύτιση της δημοκρατίας με την πλατεία· οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας –η Βουλή, τα κόμματα– υπάρχουν μόνο για να «μεγαφωνίζουν» και όχι για να μεταβολίζουν τις «ευαισθησίες».

Η διαδήλωση, λέει ο Αδωνις, είναι αντικυβερνητική. Tο 2011 νόμιζαν ότι ήταν αντιπασοκική μια διαδήλωση που ζητούσε να καεί η Βουλή. Σήμερα, ο Γεωργιάδης ακούει χιλιάδες στόματα να φωνάζουν «αλήτες προδότες πολιτικοί» και φαντάζεται ότι το σύνθημα αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Λένε ότι η Ν.Δ. δεν είχε άλλη επιλογή. Επρεπε να μη διχαστεί. Επρεπε πρωτίστως να μην αφήσει τόσο κόσμο βορά σε όσους σχεδιάζουν κόμματα στα δεξιά της. Ομως, η δημιουργία τέτοιου κόμματος δεν ήταν ποτέ τόσο εύκολη όσο σήμερα. Με τη νομιμοποίηση της Ν.Δ., σχηματίσθηκε για τους επίδοξους ναπολεοντίσκους ένα ακροατήριο το εύρος του οποίου οι ίδιοι δεν θα είχαν τολμήσει να ευχηθούν. Χωρίς να αποφύγει τους κινδύνους, η Ν.Δ. προσέθεσε ένα επιπλέον ρίσκο: τον συγχρωτισμό της με δυνάμεις που δεν μπορεί παρά –αργά ή γρήγορα– να εγκαταλείψει.

Το από εξαετίας κόμμα του Γεωργιάδη είναι –ας το πούμε έτσι, για συντομία– συστημικό. Μπορεί μόνο περιστασιακά να συμπλεύσει με ορμές «κινηματικές» – αντιμνημονιακές, αντιευρωπαϊκές, καταγγελτικές. Η πείρα δείχνει ότι, όταν η σύμπλευση καθίσταται πλέον ασύμβατη με τον ιστορικό ρόλο της Ν.Δ., το κόστος είναι βαρύ. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πότε το κόμμα είχε τη χαμηλότερη εκλογική του επίδοση. Μπορεί να έχει δίκιο ο Γεωργιάδης όταν λέει ότι ο Τσίπρας έμπλεξε. Αλλά δεν έμπλεξε μόνο ο Τσίπρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ