Ένας παγωμένος αέρας σαρώνει τους δρόμους και τις πλατείες της Μάνδρας, καλύπτοντας τις επιφάνειες με καφετιά σκόνη, ανοιγοκλείνοντας κατεστραμμένα πορτοπαράθυρα που τρίζουν με έναν θλιβερό ήχο, ανεμίζοντας ξεσκισμένες τέντες, κάνοντας ετοιμόρροπα σκέπαστρα και δοκάρια να κλυδωνίζονται επικίνδυνα.

Ο συννεφιασμένος ουρανός προκαλεί βλέμματα ανησυχίας στους λιγοστούς κατοίκους που κυκλοφορούν στον δρόμο. Οποιαδήποτε υποψία ή ένδειξη βροχής φέρνει μνήμες από την καταστροφική πλημμύρα και φόβο για επανάληψη της θεομηνίας. Εβδομήντα πέντε ημέρες μετά το πρωινό που άλλαξε για πάντα την περιοχή, κανείς δεν έχει ξεχάσει. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Δυόμισι μήνες μετά, οι δρόμοι, οι ακάλυπτοι χώροι, οι αυλές, τα μπαλκόνια, τα οικόπεδα είναι ακόμη γεμάτα νωπή κολλώδη λάσπη· δεκάδες σπίτια στέκουν κατεστραμμένα, με δωμάτια καλυμμένα από χώμα, λάσπη, σκουπίδια και μπάζα, άδεια, παραδομένα στην ερήμωση· πάμπολλα καταστήματα, καφέ, ταβέρνες, ιατρεία είναι διαλυμένα, κάποια έχουν καθαριστεί και οι ιδιοκτήτες έχουν απομακρύνει τον σπασμένο και σκορπισμένο εξοπλισμό, άλλα μοιάζουν παρατημένα, με τα καλώδια στους τοίχους να κρέμονται γυμνά, τα πατώματα σπασμένα, αδιάψευστοι μάρτυρες της καταστροφής. Μόνο στην οδό Κοροπούλη, στον δρόμο που χτυπήθηκε περισσότερο από τα ορμητικά νερά, υπάρχουν τουλάχιστον δέκα σπίτια που δεν κατοικούνται πια, ενώ πολλά ακόμα στέκουν αδειανά στην υπόλοιπη πόλη. Στις αυτοψίες που διενεργήθηκαν από τα τεχνικά κλιμάκια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, περίπου 1.100 κτίρια -κατοικίες, καταστήματα, δημόσια κτίρια, αποθήκες και υπόγεια- μόνο στον δήμο Μάνδρας-Ειδυλλίας διαπιστώθηκε ότι υπέστησαν μικρότερες ή μεγαλύτερες φθορές. Στους δρόμους δεν βλέπει κανείς πολλά αυτοκίνητα, ούτε είναι παρκαρισμένα σε αυλές, πιλοτές ή αλάνες. Πάνω από 250 αυτοκίνητα παρασύρθηκαν από τα νερά, πλημμύρισαν εκεί που ήταν σταθμευμένα, θάφτηκαν κάτω από μπάζα ή σκαρφάλωσαν σε φράχτες και μπαλκόνια· όλα καταστράφηκαν, κάποια δεν εντοπίστηκαν ποτέ από τους ιδιοκτήτες τους. 

Οι γυναίκες της οικογένειας Κριεκούκη έχουν περάσει εκατοντάδες ώρες καθαρίζοντας τις λάσπες από δωμάτια και αυλές.

 

Όλα από την αρχή

Φυσικά, η μεγαλύτερη απώλεια ήταν αυτή σε ανθρώπινες ζωές: είκοσι τρεις άνθρωποι βρέθηκαν νεκροί την ημέρα της πλημμύρας και τις επόμενες. Ανάμεσά τους και η 95χρονη Ευανθία Ρόκα, που την αιφνιδίασαν τα νερά και την εγκλώβισαν στο σπίτι της την ώρα που ξυπνούσε. Ο γιος της Χρήστος μάς ανοίγει την πόρτα του πατρικού του, όπου μετακόμισε η οικογένειά του όταν ήταν 14 χρονών και που έμελλε να γίνει ο τάφος της μητέρας του. Μια καφεκόκκινη γραμμή διατρέχει τους τοίχους περιμετρικά, δείχνοντας το ύψος όπου έφταναν τα λασπόνερα που γέμισαν το σπίτι και το οποίο ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Χρειάστηκαν εβδομάδες σκληρής δουλειάς για να απομακρυνθούν η λάσπη και τα μπάζα από τα δωμάτια, όλη η οικοσκευή ωστόσο είναι κατεστραμμένη. Ανάμεσα στα πράγματα της μητέρας του ο κύριος Χρήστος βρήκε έπιπλα και οικιακές συσκευές που ο χείμαρρος είχε «κατεβάσει» από άλλα σπίτια. Το ίδιο συνέβη σε πολλές περιπτώσεις και για μέρες οι κάτοικοι προσπαθούσαν να εντοπίσουν τους ιδιοκτήτες του ψυγείου, της κουζίνας, των ντουλαπιών που βρέθηκαν στο σπίτι ή στην αυλή τους. Δίπλα στο σπίτι ήταν και η οικογενειακή επιχείρηση της οικογένειας Ρόκα, ένα καφέ με μικρογεύματα που λειτουργούσε από το 1982, από το οποίο έχουν μείνει μόνο οι τοίχοι. «Θα το ξαναφτιάξουμε», μας λέει με πείσμα ο κύριος Χρήστος. «Μπορεί να χρειαστεί ένας μήνας, δύο, πέντε, δεν έχει σημασία, ό,τι έτυχε έτυχε, θα μείνουμε εδώ και θα το παλέψουμε. Όλα θα φτιαχτούν, μόνο οι άνθρωποι δεν γυρίζουν», προσθέτει και το βλέμμα του σκοτεινιάζει λίγο στην ανάμνηση της μάνας που έχασε.

«Πήδηξα από το παράθυρο»

Ένα μείγμα θλίψης, ανημποριάς, απόγνωσης αλλά και διάθεσης να μαζέψουν τα κομμάτια τους και να ακολουθήσουν τη ζωή που συνεχίζεται με τα απομεινάρια του θάρρους και του πείσματός τους διακρίνεται στα λόγια και στις εκφράσεις όλων όσων συναντάμε. Η κυρία Αιμιλία έχει μαζέψει τα λιγοστά υπάρχοντα που κατάφερε να περισώσει στη μικρή κουζίνα του σπιτιού της. Τα υπόλοιπα δωμάτια έχουν απογυμνωθεί από έπιπλα και μικροπράγματα· καναπέδες, πολυθρόνες, σύνθετα, δεν τα βρήκε ποτέ. Τριγυρίζει καθαρίζοντας ακόμη, προσπαθώντας να σβήσει τα σημάδια της καταστροφής, να εξαφανίσει αυτή τη γραμμή που άφησε στους τοίχους το νερό, αλλού ένα μέτρο, αλλού ενάμισι, κάπου δύο, που σε κάποια σπίτια όρισε το σύνορο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Η ίδια και η οικογένειά της ήταν τυχεροί, έζησαν: «Εκείνο το πρωί ξύπνησα τον σύζυγο και τον γιο μου για να ετοιμαστούν για δουλειά. Ήταν ο άντρας μου που άκουσε τη βοή. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα που βλέπει στην Κοροπούλη και είδα στα πεντακόσια μέτρα έναν τεράστιο όγκο νερού να κυλά προς το σπίτι. Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ προσπαθούσαμε να βγούμε από την πίσω μεριά, έσπασε η πόρτα και το νερό όρμησε μέσα, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά του. Εγώ πήδηξα από το παράθυρο», θυμάται. Έχτισε αυτό το σπίτι το 1966 με τον πατέρα της, ήταν η προίκα της, αλλά είναι αποφασισμένη να το εγκαταλείψει. «Δεν υπάρχει περίπτωση να ξανακοιμηθώ εδώ. Όταν νυχτώνει, με πιάνει η καρδιά μου, φοβάμαι. Θα χτίσω ένα δωμάτιο εδώ απέξω, δίπλα στο σπίτι του γιου μου, που μας φιλοξενεί αυτή την εποχή, και θα μείνουμε εκεί». Για εβδομάδες φιλοξενήθηκε σε συγγενείς και η κυρία Γεωργία Κριεκούκη, όσο χρειάστηκε για να ευπρεπίσει το σπίτι της και να το ξανακάνει στοιχειωδώς λειτουργικό. Πήρε κρεβάτι από τον δήμο, ρούχα, αλλά και την ενίσχυση των 5.000 ευρώ για να αντικαταστήσει την οικοσκευή που καταστράφηκε. Οι ανάγκες όμως είναι πολλές ακόμα, κουφώματα, είδη κουζίνας, όλα πρέπει να αντικατασταθούν, το ίδιο και τα έπιπλα που έχουν ποτίσει από τα νερά και «φουσκώνουν» σιγά σιγά, ενώ και οι τοίχοι είναι σε άθλια κατάσταση. «Για εβδομάδες ξυπνούσαμε το πρωί, καθαρίζαμε όλη την ημέρα, τρώγαμε κάτι, κοιμόμασταν και ξανά από την αρχή. Υπήρχε μεγάλη στενοχώρια. Εδώ στη γειτονιά, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά δεν βγήκαν τα παιδάκια για κάλαντα, βουλιάξαμε στην απελπισία».

«Είμαστε μόνοι μας»

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου ο κύριος Γιάννης περπατά με σκυμμένο το κεφάλι σε έναν απέραντο λασπότοπο, εκεί όπου κάποτε ήταν η αυλή του. «Εδώ είχα λίγες κότες, ένα στέγαστρο για τα αυτοκίνητα της οικογένειας, κι εκείνα τα χαλάσματα ήταν τρία δωμάτια του σπιτιού που γκρεμίστηκαν με το πέρασμα του νερού», μας λέει. Οι ώμοι του κρεμάνε, το βλέμμα του ζυγιάζεται ανάμεσα στη στενοχώρια και την αγανάκτηση. «Έχουμε μαζέψει ό,τι μπορέσαμε, αλλά ψάχνουμε να δούμε αν έχει μείνει μια βελόνα να μαντάρουμε τις κάλτσες. Κι αυτό δεν είναι τίποτα... Δεν έχουμε θέρμανση, λέβητες, σώματα καλοριφέρ, όλα καταστράφηκαν. Κοιτάμε γύρω μας και βλέπουμε μαυρίλα, απόγνωση», μας λέει. Δίπλα του η σύζυγός του, η κυρία Αντιγόνη, γνέφει με θλίψη: «Μας καταπάτησαν την αξιοπρέπειά μας, από νοικοκυραίοι γίναμε νομάδες. Σαράντα χρόνια μένω σε αυτό το σπίτι, μεγάλωσα τέσσερα παιδιά, και κοίτα τώρα... Αντί για χαλιά, έχω χαρτόνια στο πάτωμα, ο τοίχος ακόμη βγάζει νερά, οι πόρτες είναι σπασμένες, τα ντουλάπια έχουν μουλιάσει και σιγά σιγά καταστρέφονται. Δεν ξέρω τι να κάνω με τα χαλασμένα έπιπλα. Σκέφτηκα να τα βγάλω έξω να τα κάψω, αλλά τα λυπάμαι». «Έχουμε διάθεση να παλέψουμε», παρεμβαίνει ο κύριος Γιάννης, «να σηκώσουμε τα μανίκια και να προσπαθήσουμε, αλλά κανείς δεν μας λέει τι να κάνουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να γυρίσουν στα σπίτια τους, που βαρέθηκαν να είναι φιλοξενούμενοι σε φίλους και συγγενείς, αλλά δεν ξέρουν τι εργασίες να κάνουν πριν επιστρέψουν». Κάποιοι βέβαια έχουν αποφασίσει ότι δεν θα γυρίσουν. Είναι πολλές οι οικογένειες που έχουν ήδη μετακομίσει σε γειτονικούς δήμους.

Υγρασία και υποψίες

Από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι μένουν σε κατοικίες που πλημμύρισαν είναι η υγρασία, που φτάνει το 90-95% μέσα στα σπίτια. Οι περισσότεροι δεν έχουν πια θέρμανση και προσπαθούν με σόμπες και θερμάστρες να ζεσταθούν και να στεγνώσουν τα υπάρχοντά τους, συνήθως χωρίς επιτυχία. Το έκτακτο επίδομα των 5.000 ευρώ για επισκευή κατοικιών και 8.000 για επισκευή καταστημάτων δεν το έχουν λάβει όλοι οι αιτούντες και υπάρχει γκρίνια και καχυποψία ως προς τη σειρά με την οποία πιστώνονται οι λογαριασμοί. Κάποιοι κάτοικοι δεν διστάζουν να υπαινιχθούν ότι όσοι έχουν φίλους στις κατάλληλες θέσεις πήραν νωρίτερα το επίδομα και περισσότερη βοήθεια σε ρούχα και αναλώσιμα.

Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα σχολεία της περιοχής λειτουργούν κανονικά πλέον, το αστυνομικό τμήμα, που εξυπηρέτησε δεκάδες πολίτες που έσπευσαν να εκδώσουν νέες ταυτότητες για να αντικαταστήσουν αυτές που χάθηκαν στη θεομηνία, έχει επανέλθει σε κανονικούς ρυθμούς. Οι δημόσιοι χώροι ωστόσο μοιάζουν εγκαταλελειμμένοι. Οι κάτοικοι μας επιβεβαίωσαν ότι, μετά τις πρώτες ημέρες που έσπευσαν στη Μάνδρα πολιτικοί, υπεύθυνοι της αυτοδιοίκησης, τηλεοπτικά συνεργεία, ιδιώτες, οργανώσεις, η περιοχή εγκαταλείφθηκε στην τύχη της. Δεν έχουν κατά συνέπεια άδικο που ανησυχούν ότι τα προβλήματα θα ξεχαστούν και ότι δεν πρόκειται να ληφθούν μέτρα για να αποτραπεί ανάλογη καταστροφή στο μέλλον. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ