ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διυλιστήρια, ξενοδοχεία, οι κλάδοι που ενισχύθηκαν μέσα στην κρίση

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O βιομηχανικός κλάδος του πετρελαίου (διυλιστήρια) και ο ξενοδοχειακός κλάδος είναι οι δύο τομείς που όχι μόνον άντεξαν στην περίοδο της κρίσης (2006-2016), αλλά επιπλέον διεύρυναν την παρουσία τους στην ελληνική επιχειρηματική σκηνή.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, καθένας από τους προαναφερόμενους κλάδους αύξησε τον κύκλο εργασιών του στην περίοδο της κρίσης, πάνω από 20%, τη στιγμή που το σύνολο του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα συρρικνώθηκε κατά 28%. Ετσι το αποτύπωμα πλέον της βιομηχανίας πετρελαίου στην επιχειρηματική Ελλάδα διευρύνθηκε και ανήλθε το 2016 στο 7% (από 4% το 2006), όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη δεν ξεπερνά το 2%. Η μελέτη της ΕΤΕ με τίτλο «Ελληνική επιχειρηματικότητα: Πορεία και προοπτικές» παρουσιάστηκε χθες και εστιάζεται στον εντοπισμό των μεταβολών που έχουν επέλθει στην ελληνική επιχειρηματικότητα κατά την τελευταία οκταετία. Βασικός στόχος των μελετητών είναι η ανάδειξη εκείνων των κλάδων των επιχειρήσεων που επιτυγχάνουν ήδη ή αναμένεται να επιτύχουν στον μέλλον υψηλές αποδόσεις και πιθανόν υψηλότερες ακόμη και από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό κλάδο.

Προς την κατεύθυνση αυτή, εκτός από τους δύο προαναφερόμενους κλάδους (βιομηχανία πετρελαίου, ξενοδοχείων), εξετάζοντας τα στοιχεία 25.000 ελληνικών επιχειρήσεων, οι μελετητές εντόπισαν άλλους έξι κλάδους, που είτε άντεξαν στην κρίση είτε εκτιμούν ότι θα ανακάμψουν, όταν έλθουν καλύτερες ημέρες.

Αναμένουν ανάκαμψη

Οι κλάδοι που άντεξαν στην κρίση, είναι εκείνοι των τροφίμων και των μεταφορών. Οι κλάδοι που αναμένεται να ανακάμψουν δυναμικά, είναι εκείνοι των πλαστικών, των ποτών, των μη σιδηρούχων μετάλλων και των ορυκτών.

Και οι οκτώ προαναφερόμενοι κλάδοι, σύμφωνα με τους μελετητές της ΕΤΕ, όχι μόνο θα βγουν κερδισμένοι από την επικείμενη ανάκαμψη της ύφεσης, αλλά θα επιτύχουν καλύτερες αποδόσεις ακόμη και από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Προς την κατεύθυνση αυτή, εξετάστηκε ο δείκτης ROA (Return on Assets) που προκύπτει από τον λόγο των λειτουργικών κερδών προς το ενεργητικό της κάθε επιχείρησης. Ο δείκτης αυτός σήμερα κατά μέσον όρο είναι μειωμένος τρεις ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με εκείνον της Ευρώπης. Ωστόσο, όπως αναφέρουν αναλυτές της ΕΤΕ, η εικόνα αυτή αποκρύπτει τη βελτιωμένη αποτελεσματικότητα που έχουν επιτύχει οι ελληνικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης, η οποία είναι κυρίως εστιασμένη σε δύο σημεία:

1. Το μεικτό περιθώριο κέρδους έχει αυξηθεί στο 28% το 2016 από 24% το 2006. Η βελτίωση αυτή δεν έχει γίνει ακόμα εμφανής σε όρους λειτουργικής κερδοφορίας, λόγω του υψηλού επιπέδου του σταθερού κόστους (π.χ. ενοίκια) στις ακόμα συμπιεσμένες –από τη χαμηλή εγχώρια ζήτηση– πωλήσεις.

2. Το ποσοστό του κύκλου εργασιών που πωλείται με πίστωση (όπως μετριέται από τον λόγο των απαιτήσεων προς τις πωλήσεις) έχει βελτιωθεί στο 22% το 2016 από 30% το 2006. Και η βελτίωση αυτή δεν έχει γίνει ακόμα εμφανής σε όρους ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού, λόγω του χαμηλού βαθμού χρήσης των παγίων κεφαλαίων (πάλι ως αποτέλεσμα του εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου εγχώριας ζήτησης).

Οι αναλυτές της ΕΤΕ εκτιμούν ότι η βελτίωση θα γίνει ορατή στους προαναφερόμενους κλάδους, μόλις συντελεστεί αύξηση της ζήτησης στη χώρα κατά 10%. Η μεταβολή αυτή, που αντιστοιχεί μόλις στο 1/5 της μείωσης που συντελέστηκε όλα τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, αναμένεται να επιτευχθεί μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ