Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιώργος Κασιμάτης: Λάρνακες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Δεν χωρούσε ούτε μισή ψυχή παραπάνω. Οι συρμοί κατέβαιναν γεμάτοι ήδη τέσσερις-πέντε σταθμούς προτού φτάσουν στο Μοναστηράκι. Ιχνη οργανωτικής προετοιμασίας δεν έβλεπες εκεί. Μόνο αραιά και πού σε κάποιον ώμο μια σημαία φερμένη από το σπίτι. Η ατμόσφαιρα ταίριαζε περισσότερο σε λαϊκό πανηγύρι, παρά σε πολιτική εκδήλωση. «Για τη Μακεδονία μας, παιδιά. Για τη Μακεδονία, σημαία μεγάλη, πέντε ευρώ».

Η κινητοποίηση τόσων αστράτευτων ανθρώπων έχει πια πολιτική σημασία ανεξάρτητη από τη βαρύτητα του προβλήματος που την προκάλεσε. Το Μακεδονικό αφέθηκε να γίνει πόλος νέας πολιτικοποίησης, που δεν έχει βρει ακόμη την κοίτη της. Εμβολιάζει όμως ήδη τους νεοπροσήλυτους με συνθήματα και συναισθήματα. «Ε, όχι να κουνιούνται και οι Σκοπιανοί!» έλεγε η τριαντάχρονη διαδηλώτρια στους διπλανούς της, με τους οποίους είχε μόλις συγχρωτιστεί εκεί, στη φρακαρισμένη Μητροπόλεως. «Σηκωθήκαν τα πόδια να βαρέσουν το κεφάλι».

Τα μακεδονικά συλλαλητήρια θυμίζουν τις πλατείες του αντιμνημονίου. Κάποια πρόσωπα, όπως ο δευτεραγωνιστής της συγκέντρωσης του Συντάγματος, Γιώργος Κασιμάτης, είναι τα ίδια. Τότε και τώρα, στη σκιά του πρωταγωνιστή Μύθου με μι κεφαλαίο, ο Κασιμάτης χρησιμοποίησε την επιστημονική του ιδιότητα ως καθηγητής συνταγματικού δικαίου, σαν λούστρο για τις θεωρίες περί υποδούλωσης και λαϊκής αμεσοδημοκρατικής κυριαρχίας. Τότε και τώρα, έδινε φωνή στα αντισυστημικά συστατικά του θυμού.

Και όμως, μέσα στις τόσες ομοιότητες, έβλεπε κανείς προχθές και τη μεγάλη διαφορά: Ακόμη και στην κορύφωση του αντιμνημονιακού κύματος, υπήρχε η κινητήρια δύναμη μιας προσδοκίας – ανορθολογικής, αυτοκαταστροφικής, αλλά ενεργού προσδοκίας για το μέλλον. Προχθές, η δύναμη ήταν η διεκδίκηση μόνο του παρελθόντος. Η υπεράσπιση, όπως έλεγαν, της Ιστορίας.

Σχεδόν μία δεκαετία στο τέλμα, κανείς δεν «διακινδυνεύει» να φανταστεί τον εαυτό του αύριο. Το μέλλον έχει γίνει επικίνδυνο. Η μόνη ασφαλής φαντασιακή πατρίδα είναι το παρελθόν. Ο πατριωτισμός του Μακεδονικού δεν πλάθει καν κάποια μεγάλη ιδέα. Ονειρεύεται μόνο την Ιστορία. Είναι ο πατριωτισμός του περίτεχνου τύμβου. Το φρόνημα της χρυσής λάρνακας.

Αυτή η λαχτάρα για το χθες δεν αντανακλάται μόνο στα πρόσωπα που χοροστάτησαν στο συλλαλητήριο. Αντανακλάται και στο μισό εκατομμύριο που διαδήλωνε πριν και διαδηλώνει καθημερινά την πανταχού παρούσα απουσία του: στο μισό εκατομμύριο εκείνων που μετανάστευσαν.

Η προσδοκία για καλύτερη ζωή φεύγει έξω. Και η ζωή που εγκλωβίζεται εδώ μεταναστεύει πανικόβλητη στο παρελθόν.

Οποιος αισθάνεται το διαρκές συλλαλητήριο των απόντων, είδε την τεράστια σημαία που κυμάτιζε στο Σύνταγμα ως σήμα όχι ανάτασης, αλλά συναγερμού. Ο ουρανομήκης ιστός της ήταν σαν το χέρι του ναυαγισμένου, που μένει ξερό έξω από το νερό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ