Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μιλάμε ελληνικά, άρα δεν συνεννοούμεθα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πότε περίπου η λέξη «κανονικότητα» προήχθη στον δημόσιο λόγο; Υπολογίζω ότι η προαγωγή της πρέπει να πραγματοποιήθηκε μερικά χρόνια πριν, όταν ορισμένοι από εμάς συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό που ζούμε δεν είναι παροδικό. Και όταν η κατάσταση που έως τότε αποκαλούσαμε κρίση άρχισε να μοιάζει με καθεστώς, κοινώς αυτό που έως τότε αντιμετωπίζαμε ως μη κανονικότητα να γίνεται η κανονικότητα της ζωής μας.

Δεν ξέρω πότε η λέξη «κανονικότητα» βρήκε τη θέση της στο λεξιλόγιο της Αριστεράς. Ο λυρισμός της συνήθως την αποδίδει σε μικροαστική ιδεοληψία, όθεν και η απαξίωσή της, αφού η Αριστερά υπάρχει για να αλλάξει τον κόσμο, κοινώς να τον απαλλάξει από τα δεσμά της κανονικότητάς του. Ακουσα πάντως την κ. Κούρτοβικ να τη χρησιμοποιεί με αφορμή την άδεια του Κουφοντίνα. Η νομική σύμβουλος του κατά συρροήν δολοφόνου επανέφερε τους συγγενείς των θυμάτων του εντός των ορίων της κανονικότητος. Οπου η περί ης ο λόγος κανονικότης ορίζει ότι στη χορήγηση αδείας του ισοβίτη δεν δικαιούνται διά να ομιλούν οι συγγενείς των θυμάτων του.

Προσπερνώ τις πρώτες, επιπόλαιες, σκέψεις ότι ο εν λόγω Κανονικός δεν έχει ποτέ μετανοήσει για τα εγκλήματά του και δεν έχει αποκαλύψει πού βρίσκεται το οπλοστάσιο της οργάνωσής του. Είναι καλός οικογενειάρχης, θα μου πείτε. Ο γιος του θέλει να επανιδρύσει την εγκληματική του επιχείρηση, το οποίον σημαίνει ότι οι σχέσεις τους είναι άριστες, αν και δεν τον βλέπει όσο συχνά θα ήθελε. Και αγαπάει τις μέλισσες. Ενας άνθρωπος που αγαπάει τι μέλισσες δεν μπορεί να είναι κακός άνθρωπος. Θα μπορούσε να το έχει πει ο Πάολο Κοέλιο, όμως έχει κι αυτός τα όριά του υποθέτω.

Και διά του Κοέλιο επιστρέφω στην ίδια τη λέξη. Οταν άκουσα τη νομική σύμβουλο του ελλογιμωτάτου συγγραφέως Κουφοντίνα να τη χρησιμοποιεί, σμήνος σκέψεων άρχισε να βουίζει στο μυαλό μου. Ενιωσα σαν μελισσουργός. Σκέφτηκα ότι και η κ. Κούρτοβικ και εγώ ο ταπεινός χρονογράφος απολαμβάνουμε το δημοκρατικό δικαίωμα της λέξης «κανονικότητα», πλην όμως δεν γευόμαστε με τον ίδιο τρόπο τους χυμούς της. Ο Βαρουφάκης θεωρεί κανονικό τον εαυτό του. Ο Φλαμπουράρης ως έχει. Ο Κατρούγκαλος κοιτάζεται στον καθρέφτη, τον απολαμβάνει και μας θέλει σαν κι αυτόν. Ο Κατρούγκαλος είναι πρότυπο. Πρότυπο και ο Τόσκας, αφήστε καλύτερα. Κούλουμα έρχονται και εύχομαι να περάσετε καλά. Για μένα το πέταγμα του αετού ήταν αιτία παιδικής και πατρικής κατάθλιψης. Δεν τα κατάφερα ποτέ. Βασανίστηκα από την κανονικότητα της Καθαράς Δευτέρας ώσπου να αποφασίσω ότι δεν θέλω με τίποτε να τα καταφέρω.

Οπου αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι, όταν λέμε πως το πρόβλημά μας, το ουσιώδες, είναι ότι η γλώσσα μας έχει χάσει τη σημασία της, αυτό δεν αφορά μόνον τη γραμματική της, τη σύνταξή της ή έστω την ορθογραφία της. Αναφέρομαι σε διάφορους δημοφιλείς ευαγγελικούς πάστορες του Διαδικτύου, κάτι Σαραντάκους και λοιπούς, οι οποίοι κηρύσσουν τα ελληνικά ως πίστη σε διάφορους νεοφώτιστους που τα ανακάλυψαν χθες και ψάχνουν τα πολύτιμα πετράδια τους, τις πτώσεις τους και τις χρονικές αντικαταστάσεις τους.

Μπορεί να εντάσσεις τη λέξη «κανονικότητα» σε μία πρόταση χωρίς κανένα συντακτικό λάθος, όπως η κ. Κούρτοβικ. Μπορεί όταν τη γράφεις να είναι ορθογραφημένη. Ομως παρά ταύτα μπορεί να μην μπορείς να συνεννοηθείς με τον συνομιλητή σου, αν και αυτός γνωρίζει σύνταξη και ορθογραφία. Θέλω να πω κάτι απλό. Η κατεστημένη ασυνεννοησία που μας δέρνει δεν οφείλεται μόνον στις τρομοκρατικές επιθέσεις κατά των ελληνικών, στην αδιαφορία μας για την γραμματοσυντακτική κανονικότητά τους. Οφείλεται κατά μείζονα λόγο στην αδυναμία των λέξεων να παράγουν σημασία. Κι ας είναι συντεταγμένες και ορθογραφημένες.

Ο Παπαδιαμάντης στον «Βαρδιάνο στα Σπόρκα» γράφει ότι η Ελλάς απέκτησε την ανεξαρτησία της για να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αυτοκυβερνηθεί. Το μεταφέρω από μνήμης και το παραφράζω. Μιλάμε ελληνικά και τα διδάσκουμε στα παιδιά μας για να αποδείξουμε ότι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε.

Τραγωδία ή κωμωδία; Διαλέγετε και παίρνετε. Θα έλεγα πως μοιάζει περισσότερο με κωμωδία αν δεν ήταν τραγωδία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ