Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ελπίδα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χθες πέρασα όλο μου το πρωινό σε νοσοκομείο. Οχι για μένα αλλά για έναν πολύ δικό μου άνθρωπο. Είναι η πολλοστή φορά που βρίσκομαι σε αυτή τη δεινή θέση, μα κάθε φορά είναι σαν να είναι η πρώτη φορά. Το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι, το ενοχλητικό ανάδεμα βαθιά μέσα στην κοιλιά, ο ιδρώτας ψηλά στο μέτωπο ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα, το ίδιο απελπισμένο κρέμασμα από κάθε λέξη, κάθε βλέμμα κάθε γιατρού. Και η ίδια ελπίδα, κάθε φορά. Ανούσια ή μη, εσύ συνεχίζεις με ένα ξεροκέφαλο πείσμα να ελπίζεις.

Βεβαίως, από τα είκοσι στα τριάντα τέσσερα και στα σαράντα επτά οι διαφορές είναι μεγάλες. Είσαι και δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος πια. Σαν το φίδι έχεις αλλάξει δέρμα αμέτρητες φορές, ειδικά εκείνες όπου έπειτα από μία (ακόμα) εμπειρία νοσοκομείου καταλήγεις στον οριστικό αποχαιρετισμό. Μαζί με τον άνθρωπό σου αποχαιρετάς και ένα μεγάλο κομμάτι της δικής σου ζωής, ένα πλευρό του κορμιού σου ξεριζώνεται βίαια και την επόμενη στιγμή δεν είσαι πια αυτός που ήσουν.

Πιο ευαίσθητος –πιο άβγαλτος μάλλον– στα δεκαέξι και τα είκοσι ή και στα τριάντα κάτι, περιμένεις ότι μεγαλώνοντας θα ήσουν πιο «μπασμένος», έμπειρος, ψύχραιμος. Εξωτερικά ναι, αυτό ισχύει, εσωτερικά όμως συμβαίνει περίπου το αντίθετο: κάθε στιγμή που περνάει νομίζεις ότι θα καταρρεύσεις κι ας συνεχίζεις να στέκεσαι στα πόδια σου και να προσπαθείς για το καλύτερο για τον άνθρωπό σου που δοκιμάζεται.

Αυτό που σε σώζει όταν είσαι νέος, πολύ νέος θέλω να πω, είναι αυτή η επίμονη ψευδαίσθηση αθανασίας. «Οποιος δεν έχει παρακολουθήσει κάποιον να πεθαίνει, πάσχει από μια πολύ κακή μορφή παρθενίας», γράφει ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Τζον Οσμπορν στα περίφημα «Οργισμένα νιάτα». Υπάρχει αλήθεια σε αυτή την πρόταση, μονάχα που η νιότη, ακόμα και αν έχεις «ξεπαρθενευτεί» όπως το εννοεί εδώ ο Οσμπορν, μπορεί να σε εμποδίσει να δεις την αλήθεια κατάματα. Ετσι, οι άλλοι γύρω μπορεί να πέφτουν σαν τα θερισμένα στάχυα, αλλά εσένα –νομίζεις ότι– δεν σε αγγίζει τίποτα.

Καθώς μεγαλώνεις, αυτή η ψευδαίσθηση απογυμνώνεται και βλέπεις πια τι ακριβώς είναι: μια ψευδαίσθηση. Η φοβερή αλήθεια μεγαλώνοντας υπακούει σε έναν και μοναδικό νόμο: η ζωή μπάζει. Μπάζει από παντού. Κι όσο καλή ζωή και αν κάνεις, όσο καλά γονίδια κι αν έχεις, τίποτα δεν μπορεί να σε προστατέψει από αυτή τη νομοτέλεια. Οσο, δε, προστίθενται καλοκαίρια και χειμώνες στην καμπούρα σου, στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου μια σκέψη σαν φίδι αρχίζει να σαλεύει: παίρνεις κι εσύ σιγά σιγά σειρά.

Στο βλέμμα του δικού σου ανθρώπου που δοκιμάζεται, όμως, ξεχνάς τον εαυτούλη σου, αφήνεις τα υπαρξιακά στην άκρη και ρίχνεσαι στη μάχη ελπίζοντας. Ετσι είναι: η ζωή μπορεί να μπάζει, αλλά αυτό είναι όλο κι όλο που έχουμε. Και μέσα σε αυτό, έχουμε ο ένας τον άλλο. Πανηγύρια ή αποχαιρετισμοί, αυτό μένει στο τέλος: η ζωή με τις θάλασσες και τις μουσικές της, με τα σφιχταγκαλιάσματα και τα γέλια, με τους αποχωρισμούς και την επιμονή της μνήμης απέναντι στο θηρίο της λήθης. Ελπίζεις, διότι το οφείλεις στον εαυτό σου και σε αυτούς που αγαπάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ