Με τη Ζωή Λάσκαρη δεν μιλούσαν ποτέ για το τέλος, γιατί δεν το ήθελε η ίδια. «Η Ζωή ήθελε να μιλάει μόνο για τη ζωή», λέει ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. «Προσπαθώ να συμφιλιωθώ με τη φυσική απουσία της Ζωής, αλλά, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η παρουσία της είναι για μένα διαρκής. Η Ζωή είναι παντού, και αυτό μου δίνει δύναμη και προοπτική».

Τον ρωτώ αν η σχέση του με την ποίηση και τη μουσική βοηθά στη δεδομένη συγκυρία. «Μπορεί η καλλιέργεια να δημιουργεί έναν εσωτερικό πλούτο και να διαμορφώνει μια διαδικασία επιλογών, αλλά σε αυτή τη φάση δεν έχω επιστρατεύσει αυτές τις όψεις του εαυτού μου», απαντά. Συζητάμε για το τέλος. Μου εξηγεί ότι η διαχείριση της απουσίας μπορεί να γίνει μέσα από έναν εσωτερικό διάλογο με το πρόσωπο που έφυγε. Εφόσον περιέχουμε μέσα μας το «αγαπημένο πρόσωπο», μπορούμε να διαλεγόμαστε μαζί του στο νοητικό πεδίο, ανεξάρτητα από την απουσία του στο υλικό πεδίο. Ο στοχαστικός διάλογος με το πρόσωπο που έφυγε μπορεί πράγματι να είναι θεραπευτικός, όπως βεβαιώνουν οι ειδικοί επιστήμονες, στη διαχείριση της απώλειας. Δεν συζητεί λοιπόν με άλλους για τη Ζωή, πέρα από την κόρη του, τη Μαρία-Ελένη Λυκουρέζου, η οποία συνεχίζει το έργο της μητέρας της στη θεατρική σκηνή «Ζωή Λάσκαρη» στην Αθηναΐδα. 

 


Με τη Ζωή Λάσκαρη στην αρχή της γνωριμίας τους, το 1976.

 

Με ενδιέφερε να συζητήσω δύσκολα ζητήματα με τον κ. Λυκουρέζο. Θεώρησα ότι οι σκέψεις του θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες για πολλούς. Του αναπτύσσω τον προβληματισμό μου ότι η ζωή είναι στην πραγματικότητα μια ιδιόμορφη κατασκευή της σκέψης και της μνήμης. Ότι ο μνημονικός χάρτης που διαθέτουμε για τη ζωή καλύπτει κυρίως τις τελευταίες 6-8 ώρες, οι οποίες είναι συνήθως γεμάτες από απλές υποχρεώσεις και καθήκοντα. Εκεί επικεντρώνουμε συχνότερα τη σκέψη μας. Όσα χρόνια και να ζήσουμε, λοιπόν, αν η συνειδητή ζωή είναι κυρίως ένα οκτάωρο, τότε θα μας φαίνεται πάντοτε «λίγη». Για να το πούμε αλλιώς: Αν η ζωή είναι μια κυκλική θεατρική σκηνή, τότε τα χρόνια που συσσωρεύονται στο παρελθόν στριμώχνονται στην περιφέρεια της σκηνής, ενώ την ίδια ώρα στο κέντρο, κάτω από τον προβολέα, βρίσκονται πάντα οι τελευταίες 6-8 ώρες. Μοιάζει να συμφωνεί. «Όσα βιβλία κι αν διαβάσεις, όση μουσική κι αν ακούσεις, όσες εμπειρίες κι αν ζήσεις, πάντα θα είναι λίγα μπροστά στο άπειρο όσων δεν θα διαβάσεις, δεν θα ακούσεις και δεν θα ζήσεις», λέει. «Αλλά αυτό δεν το σκέφτεσαι. Το απωθείς. Δημιουργείς έναν μικρόκοσμο και ζεις εκεί». Ο δικός του «μικρόκοσμος» βέβαια είναι μάλλον πιο ευρύχωρος από τον μικρόκοσμο των περισσότερων από εμάς. «Και όμως δεν είναι έτσι. Παραμένει ένας πολυεπίπεδος μικρόκοσμος», απαντά. «Η φαινομενολογία μιας ζωής δεν είναι πάντοτε αντίστοιχη με την εσωτερική πορεία». 

«Εγκλωβισμένος στην εφηβεία μου»

Ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος ανήκει στη μικρή αλλά διευρυνόμενη κατηγορία των 80άρηδων που απορρίπτουν τα στερεότυπα της ηλικίας και σκέφτονται, ζουν και εργάζονται σαν να είναι πενηντάρηδες. Είναι 84 ετών και παραμένει αδιαλείπτως ένας μάχιμος δικηγόρος. Βρίσκεται καθημερινά στο δικηγορικό γραφείο του και στις δικαστικές αίθουσες. Μου απαγγέλλει σαν σύνθημα το τετράστιχο: «Στα 80 περπατώ, στα 100 θα φτάσω και τότε μόνο θα σκεφτώ αν θέλω να γεράσω». Τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνει διαρκώς ότι «θα εργαστεί άλλα 20 χρόνια». Τόσο πολύ ταυτίζει τη ζωή με τη δουλειά; «Ταυτίζω τη ζωή με όλα», λέει. «Δεν την τεμαχίζω και δεν τη βάζω σε διάφορα συρταράκια για να πω αυτή είναι η ιδιωτική μου ζωή, αυτή είναι η επαγγελματική, αυτή η καλλιτεχνική. Η ζωή είναι ενιαία». Έχει αναπτύξει ένα δικό του μανιφέστο, το οποίο διαμορφώνει μια στάση ζωής που μετατρέπει τη μεγάλη ηλικία σε πλεονέκτημα. Προσπαθώ να καταλάβω αυτό το περίεργο μανιφέστο. «Απλώς είμαι εγκλωβισμένος αθεράπευτα στην εφηβεία μου», λέει. «Αυτό μου δίνει δύναμη, κέφι και προοπτική. Από την άλλη πλευρά, η ηλικία είναι αυτή που μου δίνει εμπειρία και γνώση. Ο συνδυασμός αυτών των δύο, της εμπειρίας και της εφηβείας, είναι πολύ δημιουργικός τόσο στη δικηγορία όσο και σε όλα τα άλλα». Σκέφτομαι πως, αν η ζωή είναι διαρκώς οι πρόσφατες 6-8 ώρες, τότε με τη «λυκουρεζική» φιλοσοφία μπορείς θαυμάσια να ζεις στα 84 με την ίδια πληρότητα που μπορεί να έχεις στα 64 ή στα 34. Απλώς πρέπει να στοχεύεις, ώστε αυτό το «διαρκές οκτάωρο» να παραμένει πυκνό και όμορφο. Και στα 84 μάλλον έχεις περισσότερες γνώσεις για να το καταφέρεις. Είναι όμως στ’ αλήθεια τόσο καλά εκεί στα 84; «Δεν αρνούμαι τη βιολογική ηλικία», εξηγεί, «αλλά δεν παραβλέπω ότι υπάρχει η ψυχική, η πνευματική και η συναισθηματική ηλικία, οι οποίες συνδέονται και συνθέτουν τη δική μου προσέγγιση και τον ορισμό για μια συνεχιζόμενη νεότητα και δράση». 

Συμφωνούμε ότι η αντίληψη για την ηλικία είναι πολιτισμικό στοιχείο. «Θυμάμαι τον πατέρα μου, που πέθανε 64 ετών. Ήταν πραγματικά πολύ νέος. Όμως, εκείνη την εποχή οι άνθρωποι θεωρούνταν ηλικιωμένοι ήδη από τα 50». Η συλλογική αντίληψη περί του «ηλικιωμένου πενηντάρη» προφανώς επηρέαζε τη συμπεριφορά των σωμάτων. Οι άνθρωποι γκρίζαραν δραματικά μετά τα 50. «Φορούσαν διαρκώς γκρίζα κοστούμια και απέφευγαν τα χρώματα», παρατηρεί. «Δεν θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ τον πατέρα μου να φοράει κόκκινο πουλόβερ». Ούτε εμείς θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο να φοράει γκρίζα κοστούμια. Έχει αδυναμία στα κόκκινα, στα κίτρινα, στα μοβ πουλόβερ. Καλά όλα αυτά, αλλά –επιμένω– ποιο είναι το κίνητρο για μια διαρκή επαγγελματική παρουσία; Γιατί δεν διοχετεύει την ενέργειά του σε άλλα ενδιαφέροντα; «Πρώτον, μου αρέσει πολύ η δουλειά μου και, δεύτερον, την έχω ανάγκη γιατί ζω από αυτήν», απαντά αφοπλιστικά. Προφανώς θα έλεγε το ίδιο και πριν από πενήντα χρόνια. 

 


Με τον Σπύρο Μερκούρη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τη Μελίνα.  

 

Συμφιλιωτής Μελίνας και Μάνου

Πριν από 50 χρόνια βρισκόταν στο πηγαινέλα ανάμεσα στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Εγκατέλειψε την Ελλάδα λόγω της χούντας και έζησε στο εξωτερικό με την πρώτη σύζυγό του, την Αλίσια Κοριολάνο. Είχαν παντρευτεί το 1966 και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιάσονα και τη Μαρίνα. Στο Παρίσι εκπροσώπησε σε κάποια συμβόλαια τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, που ξεκινούσε τότε τη σόλο καριέρα του.
Διατηρούν επικοινωνία και φιλία μέχρι σήμερα. Ο Λυκουρέζος έζησε τις διαδηλώσεις του Μάη του ’68 και συχνά αναφέρεται στην ατμόσφαιρα της αμφισβήτησης και της «φαντασίας στην εξουσία». Το 1970, πάλι στο Παρίσι, μεσολάβησε για την αναθέρμανση των σχέσεων δύο άλλων καλών φίλων του, του Μάνου Χατζιδάκι και της Μελίνας Μερκούρη. Ο συνθέτης με την ηθοποιό είχαν παρεξηγηθεί στη Νέα Υόρκη το 1968. Ο λόγος ήταν ότι η Μελίνα ανέτρεψε τη δομή και την πλοκή στο «Ίλια Ντάρλινγκ», το μιούζικαλ που ήταν βασισμένο στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ δέκα ημέρες πριν από τη δικτατορία. Μόλις έγινε η δικτατορία, η Μελίνα ανακάτεψε τις μουσικές του Χατζιδάκι με αντιστασιακά τραγούδια του Θεοδωράκη που δεν είχαν σχέση με το έργο. Είχαν όμως σχέση με αυτό που ήθελε να κάνει η ίδια. Φόρεσε το περίφημο κόκκινο φουστάνι (αντίγραφο του οποίου υπάρχει στον εκθεσιακό χώρο του Ιδρύματος Μελίνας Μερκούρη στην οδό Πολυγνώτου στην Πλάκα, δυο βήματα από την Αρχαία Αγορά) και προχώρησε σε μια δική της, εντελώς προσωπική, διασκευή του «Ίλια Ντάρλινγκ». Πάντρεψε την ελληνική ερωτική λεβεντιά του ’60 με το κλίμα μιας διαδήλωσης κατά της χούντας. Κι έλεγε στους φίλους της ότι την είχε εξοργίσει η στάση του Χατζιδάκι, που απουσίαζε από τον αγώνα κατά της χούντας. Αυτή η παρεξήγηση κράτησε δύο χρόνια. 

Το 1970 ο Λυκουρέζος μετρούσε ήδη κάμποσα χρόνια φιλίας με τον Χατζιδάκι. Τον γνώρισε στου «Φλόκα» (σημερινό ισόγειο με αρώματα του Attica) το 1953. Ο 19χρονος Αλέξανδρος μεσολάβησε στον πατέρα του, τον πολιτικό και δικηγόρο Παυσανία Λυκουρέζο, για να εξασφαλίσει ο 25άρης Μάνος μια άδεια από τον στρατό και να ταξιδέψει στη Ρώμη για να παρουσιάσει με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλούς Μάνου το μπαλέτο «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές». Ήταν μια χορογραφία επάνω στις διασκευές του Χατζιδάκι για πιάνο έξι αθάνατων ρεμπέτικων. Δεκαεφτά χρόνια μετά, στο Παρίσι του 1970, ο Χατζιδάκις συνάντησε στο ξενοδοχείο του τον Λυκουρέζο και τον Μίκη Θεοδωράκη. Είχε φέρει μαζί του μια κασέτα και τους έβαλε να ακούσουν κάποιες μουσικές για ένα έργο που σχεδίαζε, την «Εποχή της Μελισσάνθης». Ο Μίκης ενθουσιάστηκε. Οι μουσικές απέδιδαν την ατμόσφαιρα της ανάτασης και του κινδύνου που σφράγισε τις ημέρες της Απελευθέρωσης του ’45, που ήταν έτοιμη να αναζωπυρώσει τον Εμφύλιο που σιγόκαιγε παντού. Λίγο αργότερα ο Αλέξανδρος τους οδήγησε στο διαμέρισμα της Μελίνας και του Ντασέν στη Rue de Seine. Μόλις άνοιξε η πόρτα, η Μελίνα έπεσε στην αγκαλιά του Μάνου. Στην παρέα εκείνο το μεσημέρι ήταν και ο σκηνοθέτης της «Στέλλας» και του «Ζορμπά» Μιχάλης Κακογιάννης. Η «Μελισσάνθη» κυκλοφόρησε το 1980 με ερμηνεύτρια τη Μαρία Φαραντούρη, αλλά για άγνωστο λόγο, όπως βεβαιώνουν άνθρωποι που έζησαν κοντά στον συνθέτη, δεν περιέχει πολλές από αυτές τις πρώτες μουσικές, οι οποίες παραμένουν ανέκδοτες έως σήμερα. 

Η μήνυση κατά της Χούντας

Το 1961 ο Αλέξανδρος μπήκε σαν σίφουνας στο οικογενειακό γραφείο και καταπιάστηκε με σημαντικές υποθέσεις. Ανέλαβε την υπεράσπιση του βουλευτή του Κέντρου Παύλου Βαρδινογιάννη, ο οποίος κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην υπόθεση «Ασπίδα», ενώ κέρδισε την εμπιστοσύνη του Πάνου Κόκκα, του ισχυρού εκδότη της εφημερίδας «Ελευθερία». Ο Κόκκας υποστήριζε το Κέντρο, αλλά είχε κατορθώσει να γίνει προνομιακός συνομιλητής όλων των μεγάλων αντιπάλων ταυτόχρονα, δηλαδή του Καραμανλή, του Γεωργίου Παπανδρέου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Φιλία πραγματική είχε μόνο με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ο Κόκκας, πέρα από τον ασαφή αλλά δεδομένο ρόλο του στην εξώθηση του Κωνσταντίνου και του Γέρου να φτάσουν σε ρήξη μεταξύ τους, εξασφάλισε μια θέση στην ιστορία επειδή υποστήριζε τη δημοσίευση μεγάλων αποκαλύψεων (όπως π.χ. ένα σκάνδαλο με την Εμπορική Τράπεζα, η οποία ανήκε τότε στον πανίσχυρο επιχειρηματία Στρατή Ανδρεάδη). Τα τολμήματα αυτά συχνά τον οδηγούσαν στα δικαστήρια. Ο Λυκουρέζος δεν είχε κλείσει καλά καλά τα 30 και ήδη συνδύαζε τη λεπτομερή έρευνα στις υποθέσεις με το φλογερό ταμπεραμέντο στις αγορεύσεις. Κάπως έτσι  κατόρθωσε να ξελασπώσει τον Κόκκα σε ορισμένες μεγάλες δίκες. Μετά την 21η Απριλίου ο εκδότης έφυγε στο Παρίσι. Πέθανε πρόωρα το 1974 στην Αθήνα. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ο Λυκουρέζος κατέθεσε την περίφημη μήνυση κατά των πρωταίτιων του πραξικοπήματος. Έγινε
διάσημος, αλλά σύντομα διαπίστωσε ότι πολλοί υποψήφιοι πελάτες του αποφάσισαν να κρατήσουν αποστάσεις ασφαλείας από το γραφείο του γιατί φοβούνταν μια πιθανή παλινόρθωση της χούντας. Σύντομα οι φόβοι ξεπεράστηκαν και από τότε ο Λυκουρέζος δεσπόζει στη δικηγορία, έχοντας πρωταγωνιστήσει σε ιστορικές υποθέσεις, όπως η «υπόθεση Κοσκωτά» το 1989 και η δίκη της «17 Νοέμβρη» το 2003.

Γνωρίζοντας την ιστορία της οικογένειας, σκέφτομαι ότι οι Λυκουρέζοι πρωταγωνιστούν στη δημόσια ζωή τα τελευταία 200 χρόνια. Τον ρωτώ αν έχει καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την ταυτότητα του Έλληνα. Ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε; «Αυτή η ερώτηση δεν έχει μονοσήμαντη απάντηση», λέει. «Ο Έλληνας χορεύει και συγκινείται με τους ρυθμούς της Ανατολής, την ίδια ώρα που οραματίζεται τα παλάτια της Δύσης. Ο  Έλληνας είναι μια αντίφαση». Πιστεύει ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι την εποχή που διαμορφωνόταν η σύγχρονη Ευρώπη το ελληνικό κράτος δεν υπήρχε. «Το 1830 η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη, την εποχή που το Παρίσι, η Βιέννη, η Βουδαπέστη και η Πράγα είχαν δημιουργήσει τη δομή και τη φυσιογνωμία τους». 

 


Με τον Μίκη Θεοδωράκη.

 

«Μπήκα στην πολιτική αργά»

Αφήνω τα πολιτικά και φέρνω ξανά τη συζήτηση στα ζητήματα του εαυτού. Εκμυστηρεύεται ότι όσο περνούν τα χρόνια κάνει όλο και πιο έντονη αυτοκριτική. «Πολλές φορές η αυτοκριτική είναι μαχαίρι που πονάει», λέει. «Κάνω μια όλο και πιο αυστηρή αξιολόγηση για το τι υπήρξε ο εαυτός μου και ποια είναι η πορεία μου μέχρι σήμερα». Υποψιάζομαι ότι η αυτοκριτική αφορά το γεγονός ότι ασχολήθηκε ελάχιστα με την ενεργό πολιτική. «Έχω θέσει αυτό το ερώτημα: Γιατί δεν ξεκίνησα νωρίτερα στην πολιτική; Γιατί δεν ξεκίνησα από το 1974; Βέβαια, ήμουν τότε υποψήφιος με την Ένωση Κέντρου στη Μεσσηνία, αλλά δεν είχα πιθανότητες να εκλεγώ. Δεν κατέβηκα με τη Ν.Δ. λόγω μιας κεκτημένης αντικαραμανλικής θέσης που είχα πριν από την 7ετία. Και το ΠΑΣΟΚ, μέσω της Μελίνας, μου είχε προτείνει να πολιτευτώ. Αλλά αφοσιώθηκα στο επάγγελμα. Μπήκα στην πολιτική αργά, το 2000, με τη Ν.Δ., αλλά σύντομα παραιτήθηκα λόγω του “ασυμβίβαστου” που ίσχυε τότε. Έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στη δουλειά μου και στη Βουλή και επέλεξα το πρώτο. Προς μεγάλη χαρά της Ζωής, βέβαια, που δεν ήθελε να μπω στην πολιτική. Θεωρώ ωστόσο ότι θα έπρεπε να είχα ασχοληθεί με την πολιτική περισσότερο. Θέλω να πιστεύω ότι θα μπορούσα να είχα προσφέρει. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γνώριζε τη Ζωή από τη δεκαετία του ’60 και της είχε αδυναμία. Τον συναντήσαμε το 1977 σε ένα δείπνο φίλων. Υπήρχε πολύ καλή ατμόσφαιρα. Η συζήτηση πήγε στα πολιτικά και εγώ άρχισα να κριτικάρω ορισμένα πράγματα. Τότε με διέκοψε και μου είπε: “Τι τα λες όλα αυτά και κάνεις κριτική; Έλα στην πολιτική για να μετάσχεις στη λύση των προβλημάτων που επισημαίνεις”. Δεν είχε άδικο. Πολλές φορές κάνουμε κριτική για τα πολιτικά σαν τους ποδοσφαιρόφιλους που θέλουν να παίζουν μπάλα από την πολυθρόνα». 

Η ζωή στη ζωή του

Αν όμως είχε γίνει πολιτικός και υπουργός από το 1974, μπορεί να περιόριζε την άσκηση της  δικηγορίας, κι έτσι ίσως να μην είχε συνδέσει ποτέ τη ζωή του με τη Ζωή Λάσκαρη. Η ηθοποιός επισκέφτηκε το δικηγορικό γραφείο του μια ημέρα του Φεβρουαρίου του 1976. Υπήρχε ένα συμβόλαιο για μια περιοδεία στη Γερμανία που δεν είχε υλοποιηθεί και έπρεπε να διαχειριστεί την υπόθεση ένας καλός δικηγόρος. «Η Καρλότα Ξανθοπούλου, η πρώτη σύζυγος του Σταύρου Ξαρχάκου, διατηρούσε μαζί με τη Ζωή μια μπουτίκ ρούχων στη γωνία Πινδάρου και  Ακαδημίας», θυμάται ο Λυκουρέζος. «Η Καρλότα τής σύστησε να απευθυνθεί σ’ εμένα. Κι έτσι, χάρη στην Καρλότα, έζησα 41 χρόνια με τη Ζωή. Ο αδελφός μου ο Φίλιππος, που έχει φύγει από τη ζωή, έζησε στη Γενεύη και ήταν χημικός. Σε κάποια περίοδο της ζωής του σπούδασε αστρολογία. Και έλεγε στη Ζωή: “Η σχέση σου με τον αδελφό μου είναι καρμική”». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αλέξανδρος και η Ζωή ήταν ένα ανεπανάληπτο ζευγάρι. Το θέμα των καρμικών σχέσεων, όμως, σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Υπάρχει πραγματικά η καρμική σχέση ή μήπως ο καθένας από εμάς έχει στη ζωή του πολλές καλές υποψηφιότητες για μια καρμική σχέση και απλώς προβάλλει τυχαία σε κάποια από αυτές την «καρμική λάμψη» που προϋπάρχει στο υποσυνείδητό του; Είναι τελικά μοιραίο ή τυχαίο να ζήσουμε όπως ζήσαμε; Χαμογελάει. Είναι εμφανές ότι καταπιάνεται διαρκώς με τέτοια ζητήματα, όπως κάθε ανήσυχο μυαλό. «Πιστεύω στον συνδυασμό των δύο», λέει τελικά. «Πώς μπορείς να τα ξεχωρίσεις; Πώς μπορείς να πεις ότι το τυχαίο δεν είναι επίσης προδιαγεγραμμένο;»

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ