«Φαντάζομαι σου πήρε χρόνο μέχρι να επιστρέψεις στην ενεργό δράση μετά από όλο αυτό». Η πρώτη μου ερώτηση είναι ρητορική – θεωρώ ότι ξέρω την απάντηση. «Όχι, επέστρεψα αμέσως. Ουκρανία, Βενεζουέλα και μετά Μοσούλη». Το λέει με γνήσια φυσικότητα. Με τον Τζόναθαν Αλπερί τίποτα δεν είναι αυτονόητο.  

Ήταν Απρίλιος του 2013. O Tζόναθαν Αλπερί δεν ήταν καινούργιος σε αυτή τη δουλειά. Από το 2001, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως φωτογράφος, είχε ήδη ταξιδέψει σε 25 χώρες και είχε φωτογραφίσει σε εννέα διαφορετικές πολεμικές ζώνες, από την Ανατολική Αφρική έως τον νότιο Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και την κεντρική Ασία. Οι εικόνες του είχαν δημοσιευθεί σε έντυπα όπως το Time, το Newsweek, οι New York Times, το Paris Match, το Vanity Fair, το Elle. 

Αυτή τη φορά, ως φωτογράφος του πρακτορείου Polaris, έκανε το τρίτο του ταξίδι στη Συρία, την πιο «καυτή» πολεμική ζώνη των τελευταίων ετών. Από την πρώτη μέρα, οπότε έκανε την είσοδό του στη χώρα από τον Λίβανο για να βρεθεί κοντά στις μάχες στη Δαμασκό, είχε καταλάβει ότι οι όροι είχαν αλλάξει. Τα πράγματα έμοιαζαν πολύ πιο ανεξέλεγκτα, πιο επικίνδυνα. Όμως ο Αλπερί είχε συνηθίσει τον κίνδυνο. «Ήταν μια συνηθισμένη μέρα σε μια δουλειά καθόλου συνηθισμένη», γράφει ο ίδιος στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του «The Shattered Lens: A War Photographer’s True Story of Captivity and Survival in Syria», το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγους μήνες. «Ίσως όμως έπρεπε να το έχω καταλάβει από τις κινήσεις εκείνων που είχα εμπιστευτεί σε αυτό το ταξίδι, από τα συμφραζόμενα, από τη στυφή γεύση του πουλιού που είχα σκοτώσει για μεσημεριανό». 

Στις 29 Απριλίου του 2013 και καθώς ήταν καθ’ οδόν με τον «fixer» του για την πρώτη γραμμή των εχθροπραξιών, τους σταμάτησαν αντάρτες και τον έσυραν έξω από το αυτοκίνητο, τον έβαλαν να γονατίσει και προσποιήθηκαν ότι τον εκτελούν. Ήταν η πρώτη από τις πολλές δοκιμασίες –σωματικές και ψυχολογικές– που θα αναγκαζόταν να υποστεί τις επόμενες 81 ημέρες, μέχρι κάποιος Σύρος
επιχειρηματίας, φίλος του καθεστώτος, που αναζητούσε τρόπο να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ, πλήρωσε 450.000 δολάρια σε λύτρα για να τον απελευθερώσουν. Μέχρι να συμβεί αυτό, πέρασε έναν μήνα δεμένος όλη μέρα με χειροπέδες σε ένα κρεβάτι με καλυμμένα τα μάτια. Έκτοτε την καθημερινότητά του γέμιζαν ψεύτικες εκτελέσεις και ανακρίσεις επί ανακρίσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων τον πίεζαν να ομολογήσει ότι δουλεύει για τη CIA.

«Η απαγωγή μου έγινε για χρήματα, ο ένοπλος αγώνας των επαναστατών έχει έξοδα και δεν είχαν πια βοήθεια από τις μεγάλες δυνάμεις, όπως τους είχαν υποσχεθεί στην αρχή. Όταν πήραν αυτό που ήθελαν, με άφησαν», λέει σήμερα στο «Κ». «Δεν είμαστε ήρωες όμως. Πάντα ήμουν αντίθετος με τη δημοσιοποίηση τέτοιων απαγωγών, προσθέτει στην αξία του ομήρου. Ο Τύπος θεωρεί ότι, αν δεν συζητάμε γι’ αυτό, το ξεχνάμε.Όμως κάνουν λάθος, φτάνει οι αρχές, η οικογένεια και οι φίλοι να δουλεύουν για την απελευθέρωσή σου».

Πώς ήταν αυτές οι 81 ημέρες; «Πολύ δύσκολες. Τη μία μέρα είναι καλοί μαζί σου και την άλλη πολύ σκληροί. Το κάνουν για να σε λυγίσουν. Αν θες να αντέξεις, πρέπει να συνδεθείς μαζί τους με ασυνήθιστους τρόπους, να
διαπραγματεύεσαι για τα μικρά πράγματα, αυτά σου κάνουν λίγο καλύτερη τη ζωή». Κυρίως με τους νεαρότερους στρατιώτες απέκτησε σιγά σιγά μια ιδιαίτερη σχέση. Τις μέρες που τον άφηναν πιο χαλαρό, τους μάθαινε να κολυμπούν στην πισίνα μιας εγκαταλελειμμένης βίλας, όπου μεταφέρθηκαν για να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς, να χορεύουν, να τραβούν καλές σέλφι για να στέλνουν στις γυναίκες τους. «Οι περισσότεροι στο τέλος με συμπαθούσαν. Μου έλεγαν “λυπούμαστε που σε έχουμε εδώ, αλλά είναι οι εντολές μας”». Ποιο ήταν το χειρότερο πράγμα σε αυτή την εμπειρία; «Το να χάνεις τους πάντες και τα πάντα για τα οποία έχεις δουλέψει, αλλά κυρίως ο πόνος που ζουν οι δικοί σου άνθρωποι πίσω στην πατρίδα. Αυτό ήταν το δυσκολότερο».

Ρισκάροντας τη ζωή του 

Τι είναι όμως αυτό που κάνει κάποιον να διαλέξει αυτή τη δουλειά; «Κάθε φωτογράφος έχει διαφορετικούς λόγους για τους οποίους αποφασίζει να ρισκάρει τη ζωή του καλύπτοντας έναν πόλεμο. Για κάποιους είναι απλώς η δόξα, για άλλους η τέχνη, ενώ κάποιοι θέλουν να ζήσουν έναν πόλεμο ή να μεταφέρουν στον κόσμο τον ανθρώπινο πόνο. Εμένα με ενδιέφερε πάντα να ζήσω από πρώτο χέρι τα γεγονότα και να καταγράψω την ιστορία. Όλοι οι παππούδες και οι θείοι μου πολέμησαν στους μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα, στον Α΄ και στον Β΄ Παγκόσμιο, στην Ινδοκίνα, στην Αλγερία. Έπαιζα πόλεμο από μικρός στην πίσω αυλή και σχεδίαζα χάρτες μαχών. Το να ζήσω την ιστορία κατά τη δημιουργία της ήταν ο κυριότερος λόγος που έγινα πολεμικός ανταποκριτής». Γεννημένος στη Γαλλία το 1979, μετακόμισε στις ΗΠΑ το 1993 ως έφηβος και ένιωθε λίγο σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς. Έπαιρνε μέρος σε αρχαιολογικές ανασκαφές, ενώ στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο σπούδασε Μεσαιωνική Ιστορία. «Αυτό που θέλω είναι η δουλειά μου ως φωτογράφος να έχει μια ιστορική αξία για τις επόμενες γενιές. Να μπορούν μέσα από αυτήν να μελετήσουν πώς πολεμούσαν οι άνθρωποι τότε, πώς έγιναν στην πραγματικότητα τα πράγματα».

Γι’ αυτό ίσως δεν έμεινε καθόλου εκτός ενεργού δράσης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την απελευθέρωσή του κάλυψε εκτενώς τα γεγονότα στην Ουκρανία και στη Βενεζουέλα, ενώ το 2017 βρέθηκε αρκετές φορές στη Μοσούλη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Και πώς σου φαίνεται η δουλειά τώρα, μετά από αυτή την εμπειρία; «Όταν είσαι σε αποστολή, πρέπει να αποστασιοποιείσαι από τον τρόμο και το στρες, τα οποία συχνά σε κυριεύουν. Το μυστικό είναι να επικεντρώνεσαι στη δουλειά σου. Αυτό κάνω κι εγώ».

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ