ΒΙΒΛΙΟ

Ο παράνομος έρωτας που σημάδεψε μια εποχή

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Μαρία Καζαρές και Αλμπέρ Καμύ. Οι δύο παράνομοι εραστές την εποχή που ζούσαν το πάθος τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Albert Camus-Maria Casares
“Correspondance 1944-1959”
(Avant-propos de Catherine Camus)
Gallimard, σελ. 1300

«Εξι μέρες και η νέα σελήνη θα ξεκινήσει.

Ακόμα δεκαπέντε μέρες και ο Γολγοθάς μας θα τελειώσει.
Αυτό το γράμμα φέρνει την άνοιξη και την αγάπη».
Μαρία Καζαρές

Περνώντας από τον δρόμο της Monsieur Le Prince στο Παρίσι, στο βιβλιοπωλείο De l’ escalier, ένας άνδρας στο εξώφυλλο ενός ογκώδους τόμου κοιτάει με τρυφερότητα και ερωτική αφοπλιστική ματιά μια γυναίκα που επίσης τον κοιτάει με ένα μειδίαμα όλο νόημα. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος περισσότερα: αυτοί οι δύο άνθρωποι πρέπει να ήταν ζευγάρι. Πλησιάζοντας για να δω πιο καθαρά, αναγνωρίζω τον Αλμπέρ Καμύ να κοιτάζει τη Μαρία Καζαρές.

Αυτό αρκούσε για να σπεύσω να αποκτήσω το βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από τρεις μήνες στη Γαλλία, το οποίο περιλαμβάνει 860 ερωτικές επιστολές γραμμένες σε διάστημα 15 ετών του τιμημένου με Νομπέλ συγγραφέα με μία από τις σημαντικότερες ηθοποιούς της γενιάς της στη Γαλλία. Το κίνητρο για την ανάγνωση του βιβλίου δεν ήταν μόνον ο παράνομος έρωτας αλλά και το σημείωμα αντί προλόγου της Κατρίν Καμύ, κόρης του Καμύ.

Ο άστατος βίος

Η Κατρίν Καμύ είναι η κόρη από τα δίδυμα (το άλλο ήταν ο Ζαν) που γέννησε το 1945 η πιανίστρια και μαθηματικός Φρανσίν Φορέ (1914-1979), δεύτερη σύζυγος του Καμύ. Είχαν γνωριστεί το 1937 στο Αλγέρι και παντρεύτηκαν στη Λυών το 1940. Η ζωή της, όπως και η ζωή των παιδιών, δεν ήταν εύκολη εξαιτίας της έντονης προσωπικότητας του Καμύ. Η ίδια η Φρανσίν ξεχώριζε για την ιδιαίτερη ομορφιά της αλλά υπέφερε από κατάθλιψη, είχε νοσηλευθεί και υποστεί θεραπείες με ηλεκτροσόκ, ενώ το 1954 αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Σε αυτό λέγεται πως έπαιξε ρόλο η παράλληλη σχέση του άνδρα της, όπως και ο γενικά άστατος ερωτικός βίος του.

Ουσιαστικά, όσα χρόνια έζησε η Κατρίν με τον πατέρα της, τόσο διήρκεσε και η παράνομη ερωτική ιστορία του με τη Μαρία Καζαρές. Αν το δει κάποιος υπό αυτό το πρίσμα, ήταν μάλλον θαρραλέο εκ μέρους της να αναζητήσει το 1980 την ερωμένη του πατέρα της (περιμένοντας πρώτα από σεβασμό να πεθάνει η μητέρα της το 1979), και να συνδεθεί μαζί της μέχρι το 1996, έτος θανάτου της φημισμένης Ισπανίδας ηθοποιού.

Οπως έγραψε η Κατρίν στο προλογικό σημείωμα της γαλλικής έκδοσης «Τους ευχαριστώ και τους δύο. Οι επιστολές τους κάνουν τη Γη να φαίνεται τεράστια, το σύμπαν πιο φωτεινό, την ατμόσφαιρα πιο ελαφριά μόνο και μόνο επειδή υπήρξαν».

Οταν γεννήθηκαν τα δίδυμα Καμύ (τα μικρά του «εμπόδια» ή τα «υποπροϊόντα») όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί παρά τη μεγάλη του αγάπη γι’ αυτά, ο συγγραφέας είχε ήδη γνωρίσει τη Μαρία Καζαρές έναν χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 1944. Το Παρίσι τότε βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή, εκείνος ζούσε μόνος, ενεργοποιημένος στην αντίσταση. Η Φρανσίν ήταν απομονωμένη στο Οράν της Αλγερίας.

Μια νύχτα, ο Καμύ συναντά στο σπίτι του Εράν, σκηνοθέτη, ηθοποιού και διευθυντή του «Theatre des Mathurins» τη νεαρή εξόριστη από την Ισπανία, με αίμα Γαλικίας στις φλέβες της, Μαρία. Αφορμή για τη συνάντηση ήταν το ανέβασμα ενός έργου του Καμύ, με τον τίτλο «Παρεξήγηση», στο οποίο θα πρωταγωνιστούσε η Καζαρές.

Είναι και οι δύο νέοι, εκείνος 30 ετών και εκείνη 21, και ο έρωτας θα είναι κεραυνοβόλος. Στην αρχή, εκείνον τον ελκύουν τα φυσικά χαρακτηριστικά της: τα μάτια της, τα πόδια της, το σώμα της, η φωνή της. Ερχεται από έναν τόπο μαγικό, ρέει μέσα της ισπανικό αίμα. Για εκείνον που έπασχε από παλιά από φυματίωση και νιώθει εγκλωβισμένος στο σώμα του και στον εαυτό του, εκείνη γίνεται η ελευθερία, μια άλλη πατρίδα που την αναπολεί, την αναζητεί.

Η πρώτη τους ερωτική επαφή συμβαίνει τη νύχτα της 6ης Ιουνίου του 1944, και ενώ η απόβαση στη Νορμανδία είναι σε εξέλιξη από τις πρώτες πρωινές ώρες. Από εκείνο το βράδυ συναντιούνται συνέχεια.

«Μικρή μου Μαρία», γράφει τον Ιούνιο του 1944 σε μία από τις αρχικές επιστολές του, «δεν ξέρω εάν σκεφτόσουν να μου τηλεφωνήσεις... δεν έχω να πω κάτι συγκεκριμένο, παρά μόνο να σου μιλήσω γι’ αυτό το κύμα που με έχει παρασύρει από χθες και έχω την ανάγκη να σου μιλήσω για την εμπιστοσύνη και την αγάπη που νιώθω για σένα {...} να με σκέφτεσαι κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ημερών. Να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου ότι είμαι κοντά σου όλες τις ώρες. Εις το επανιδείν, αγάπη μου, ακριβή μου αγάπη, σε φιλώ όπως έκανα χθες».

Το πάθος

Τον πρώτο καιρό οι επιστολές του Καμύ είναι συνεχείς, ρέουσες, λυρικές, εμποτισμένες από το πνεύμα της αντίστασης και του αγώνα κατά των Γερμανών. Αυτό φουντώνει τον έρωτά τους, συντάσσονται και οι δύο σε έναν αγώνα υπέρ των αδυνάτων, με τόλμη και παρρησία. Τους συνδέουν ακόμα η ομορφιά, το θέατρο, εκείνος τη θεωρεί πολύ σπουδαία ηθοποιό, μπορεί μαζί της να συζητήσει για τα βιβλία του, για τις σκέψεις του, είναι μορφωμένη, ανεξάρτητη και κυρίως ισότιμη. Εχει τη ζωή της, τον κύκλο της, επιθυμεί όσα επιθυμεί και εκείνος, χωρίς να γίνεται βάρος ο ένας στον άλλον.

Η πρώτη φάση της σχέσης τους σταματά μόλις εμφανίζεται στη Γαλλία η σύζυγός του. Η Μαρία από αξιοπρέπεια του ζητεί να χωρίσουν. Εκείνος νιώθει εγκατάλειψη. Της γράφει μια επιστολή το 1946 για να τη συλλυπηθεί για τον θάνατο της μητέρας της.

Τον Ιούνιο του 1948, και ενώ μάθαινε από κοινούς γνωστούς ο ένας νέα για τον άλλον (ο Καμύ σε αυτό το διάστημα απέκτησε τα δίδυμα και ζήλευε αφόρητα για κάθε νέο φλερτ της ηθοποιού), συναντιούνται τυχαία στο St Germain des Pres και συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να είναι άλλο μακριά. Η Μαρία χωρίζει τον άνδρα που βγαίνει εκείνη την εποχή και αρχίζει εκ νέου η σχέση τους, φλογερή, ασταμάτητη, θα πάει σε βάθος και θα κρατήσει μέχρι το ξαφνικό τέλος του συγγραφέα.

Από τις επιστολές τους περνούν όλο το Παρίσι, το ζεύγος Γκαλιμάρ, στενοί φίλοι του Καμύ, η οικογένεια της γυναίκας του, ο Σαρτρ και ο «Κάστορας» Σιμόν ντε Μποβουάρ, όλη η γαλλική διανόηση, το θέατρο, η δημοσιογραφία της εποχής. Αναγνωρίζουν σε εκείνον έναν Δον Ζουάν, γοητευτικό, ασίγαστο, ανασφαλή και φλογερό αλλά και σε εκείνη αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Είναι τολμηρή, ερωτική και βαθιά συναισθηματική. «Είναι η ίδια η ζωή», όπως είπε για εκείνη η κόρη του, όταν τη γνώρισε.

Οι δύο εραστές συζητούν για τις αγωνίες της γραφής, τη ρευστότητα του θεάτρου, τις ανασφάλειες μιας ντίβας αλλά και το συνεχές επαναλαμβανόμενο αίσθημα του Καμύ ότι είναι μόνος, για την αρρώστιά του που δεν αναφέρεται ρητά ως φυματίωση και για τον φόβο του θανάτου. Εκείνη καταλαβαίνει την ανάγκη του για συνεχή φλερτ, για μια γυναικεία τροφοδότηση μα δε ζηλεύει. Τον έχει αγαπήσει σε βάθος και γνωρίζει ότι την έχει αγαπήσει και εκείνος. Τον Φεβρουάριο του 1950 του γράφει «θα σου πω τι θα κάνεις για μένα μόλις με δεις: πρώτον, να με αγαπάς, δεύτερον να με αγκαλιάσεις, τρίτον, να με κρατήσεις πολύ σφιχτά μέσα σου... τα άλλα θα στα πω σταδιακά με την επιστροφή σου».

Η απώλεια

Οταν τον Φεβρουάριο του 1950 πεθαίνει ο πατέρας της Σαντιάγο Καζαρές (είχε διατελέσει πρωθυπουργός της Ισπανίας και εκδιώχθηκε από τη χώρα του μετά την εγκαθίδρυση του Φράνκο), η Μαρία «μαλώνει» τον Καμύ για το συνεχές αίσθημα μοναξιάς που τον ταλανίζει: «Τι να σου πω; Είσαι ακόμα 36 χρόνων και εγώ ετοιμάζομαι να αποχωριστώ έναν άνθρωπο 65 ετών που μπορεί να μην ήταν πια στην πρώτη νεότητα, κρατούσε όμως μέσα του τη χαρά, την ενέργεια, τον πλούτο ενός άνδρα 20 ετών. Δεν ξέρω πώς θα αντικατασταθεί αυτή η έλλειψη. Αυτό σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό μετά τον θάνατο του πατέρα μου, γι’ αυτό σου γράφω την ενόχλησή μου. Είμαι απασχολημένη μόνο με τα ουσιώδη αυτήν τη στιγμή. Εσύ, εγκαταλελειμμένος λίγο, μόνος, θα νιώσεις αδέσποτος για λίγο».

Ταξίδεψαν μαζί και στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1958. Εμειναν στη Ρόδο για δεκαπέντε μέρες και μετά η Μαρία επέστρεψε στο Παρίσι. Η Μαρία υπήρξε για τον Καμύ η γυναίκα που συνδέθηκε βαθύτερα και πληρέστερα. Και για εκείνη γκρεμίστηκε ο κόσμος όταν πληροφορήθηκε την είδηση του θανάτου του, από αυτοκινητικό δυστύχημα, στις 4 Ιανουαρίου του 1960. Ποτέ δεν του ζήτησε να χωρίσει τη Φρανσίν και πάντα του μιλούσε όμορφα για εκείνη και τα παιδιά τους. Για όλα αυτά που έδωσε στον Καμύ χωρίς να ζητήσει ποτέ τίποτα σε αντάλλαγμα, παρά μόνο την αγάπη του, η κόρη του Κατρίν απεκατέστησε τη μνήμη της, εκτινάσσοντας τη φήμη της στην αιωνιότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ